Αφιέρωμα: 50 χρόνια Δημόσια Τηλεόραση

Μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα Ελληνίδες συνθέτριες ορχηστρικής μουσικής και από τις ακόμα λιγότερες που ειδικεύονται στη μουσική επένδυση θεάτρου, κινηματογράφου και τηλεόρασης (μια εκ των οποίων υπήρξε η τραγωδός Κατίνα Παξινού), η παραγωγικότατη και διεθνώς αναγνωρισμένη Ελένη Καραΐνδρου ξεκίνησε την καριέρα της με το ψευδώνυμο Ελένη Καρρά, γράφοντας τραγούδια για τη Δήμητρα Γαλάνη (1969), τον Μανώλη Μητσιά (1970) και τη Νάνα Μούσχουρη (1971-72) και στη συνέχεια (1972-73), με το πλήρες της πλέον επώνυμο, για τη Μαρία Φαραντούρη, αυτοεξόριστη τότε στο Λονδίνο λόγω δικτατορίας. Με τη ρωμαλέα contralto φωνή της τελευταίας (ηχογραφημένη στα θρυλικά Apple Studios), στίχους του Κ. Χ. Μύρη (Κώστα Γεωργουσόπουλου) και εξώφυλλο του Γιάννη Τσαρούχη, Η Μεγάλη Αγρυπνία της Καραΐνδρου κυκλοφόρησε το 1975, δυο χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Άλμπουμ εξαιρετικής ιστορικής και καλλιτεχνικής σημασίας, για λόγους πέρα από την προφανή του τοποθέτηση απέναντι στα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα - με πρώτο και κύριο το ότι μια γυναίκα (και μάλιστα νεότατη) διεκδικούσε δυναμικά τη θέση της στον "έντεχνο" μουσικό όσο και στον "αντιστασιακό" χώρο, που ανδροκρατούνταν και σχεδόν μονοπωλούνταν από τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη. Του οποίου την επίδραση ομολογώ ότι μου φάνηκε πως διέκρινα στο πρώτο άκουσμα της Μεγάλης Αγρυπνίας, για να αντιληφθώ λίγο αργότερα την πλάνη μου. Διότι μια προσεκτική δεύτερη ακρόαση μου αποκάλυψε το διακριτικά περίτεχνο, ευπρόσδεκτα πολυσυλλεκτικό αμάλγαμα υφών και ηχοχρωμάτων στις μελωδίες και την τολμηρή ιδιαιτερότητα της ενορχήστρωσης, που δυστυχώς συνθλίβονταν από τον ασυμμάζευτο όγκο, την ισοπεδωτικά δεσπόζουσα υφή και την ανηλεώς ακατέβατη ένταση της φωνής. Η Φαραντούρη είναι αναντίρρητα μοναδική στο είδος της ερμηνεύτρια, της οποίας η άκρως ιδιάζουσα "ηρωική" χροιά συνδέθηκε άρρηκτα με το ελληνικό "τραγούδι διαμαρτυρίας". Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το ότι οι στίχοι σχολίαζαν έμμεσα την κατάσταση της χώρας δεν σήμαινε πως έπρεπε σώνει και καλά να τους βροντοφωνάζει. Το "έμμεσα", δηλαδή η ουσία και ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης αυτού του κύκλου τραγουδιών, πήγε περίπατο μαζί με τα κρυπτικά νοηματικά παιχνίδια, τις λογοτεχνικές αναφορές (από τα χτυπητά παραδείγματα, η παράφραση της Αγνώριστης του Σολωμού στο Μην το Ξυπνάτε ή του Άξιον Εστί του Ελύτη στα Χαίρε, με την εμφανώς εσκεμμένη μουσική παραπομπή στον Θεοδωράκη και τη βυζαντινή υμνογραφία) και την υπόγεια, μελαγχολική σάτιρα του Μύρη - μια πιο εγκεφαλική και αφαιρετικά εκλεπτυσμένη απάντηση στην απροκάλυπτα στρατευμένη, καθαρόαιμα αγωνιστική τραγουδοποιία της εποχής. Μια προηγούμενη εκδοχή του ανατριχιαστικού Αντινανουρίσματος από την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη (που ακούγεται σε ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ με θέμα την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το οποίο ωστόσο ουδέποτε προβλήθηκε) και την Καραΐνδρου αυτοπροσώπως στο πιάνο, υποψιάζει για το πώς θα ήταν ίσως το άλμπουμ με μια πιο ήπια και εκφραστικά ευέλικτη φωνή - στο στυλ της Καγιαλόγλου, ας πούμε.

Καλοπαιγμένη, συμπαθητικά κινηματογραφημένη σε γενικές γραμμές (από τον Vidir Sigurdsson) ισλανδική μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων - άτυπη συνέχεια του ευφάνταστου, ατμοσφαιρικού και προσφιλούς στην κριτική Hamarinn (2010) - με ήρωα έναν ψυχικά τραυματισμένο αστυνομικό (Bjorn Hlynur Haraldsson) από το Ρέικιαβικ ο οποίος, στη διάρκεια των ερευνών του για μια υπόθεση δολοφονίας, εξαναγκάζεται σε σιωπή προκειμένου να σώσει την οικογένειά του από ντόπιους εγκληματίες που για άγνωστο λόγο, θεωρούνται εξ ορισμού υπεράνω του νόμου. Συγχρόνως, πρέπει να αντιμετωπίσει τους φρικτούς εφιάλτες από το παρελθόν του, που αίφνης βγαίνουν στην επιφάνεια... Παρά τις καλές επιμέρους ιδέες και την αποφυγή, ευτυχώς, της συνήθους προσθήκης άσχετων προσώπων και γεγονότων για "ξεκάρφωμα", ομολογώ ότι δεν πολυκατάλαβα ποιο ή τι υποτίθεται πως ήταν το βαρύγδουπο κεντρικό θέμα. Ούτε το πώς ακριβώς συνδέονταν μ' αυτό και μεταξύ τους οι δυο τρεις δευτερεύουσες πλοκές, που δεν μπόρεσαν τελικά να αποτινάξουν την κατάρα των χιλιοϊδωμένων κλισέ. Ο τρόπος με τον οποίο λύνονται τα διάφορα μυστήρια είναι μάλλον αμήχανος (έως παιδαριώδης), ενώ σημαντικά βήματα στην εξέλιξη της ιστορίας παραλείπονται ως ευκόλως εννοούμενα, δίχως την παραμικρή εξήγηση. Οι εναρκτήριες σκηνές του πρώτου επεισοδίου πρέπει να ενέπνευσαν τις αντίστοιχες του περσινού αγγλικού Fortitude (που και εκείνο εκτυλίσσεται στον Αρκτικό Κύκλο και στο οποίο επίσης εμφανίζεται ο Haraldsson), κάθε ομοιότητα όμως σταματά εκεί, τόσο ως προς τη θεματολογική πρωτοτυπία όσο και τη δραματουργική ανάπτυξη. Τα ισλανδικά τοπία με την ψυχρή αγριάδα της ομορφιάς τους, το σχεδόν κωμικά αταίριαστο από άποψη ταμπεραμέντων, μα όχι χωρίς χημεία ντουέτο του βασανισμένα ελκυστικού πρωταγωνιστή και της νόστιμης πλην τσαμπουκαλούς "νεοφώτιστης" βοηθού του με τις γνώσεις πολεμικών τεχνών (Heida Reed), καθώς και η απίθανη φάτσα του μηχανόβιου εξαρχής υπόπτου (Jon Pall Eyjolfsson) και πολλών άλλων απ' τους συμμετέχοντες, μια χαρά είναι για χάζι - δεν αρκούν ωστόσο για να κρατήσουν ζωντανό το ενδιαφέρον ως το απογοητευτικά βεβιασμένο, πλήρως προβλέψιμο φινάλε. Και είναι κρίμα. Αν ο σεναριογράφος Sveinbjorn I. Baldvinsson (Forsvar, Hamarinn) και ο ήδη διακεκριμένος στη χώρα του νεαρός σκηνοθέτης Reynir Lyngdal (Hamarinn, Frost) είχαν αντιμετωπίσει το έργο τους με λιγότερη (ή έστω λιγότερο απροκάλυπτη) διεκπεραιωτική απάθεια και ελάχιστη απ' την ευρηματικότητα και τη δημιουργική τόλμη του Hamarinn, το αποτέλεσμα θα ήταν κυριολεκτικά άλλο πράγμα.

Ένα απ' τα πρώτα παιχνίδια του είδους (αν όχι και το πρώτο) που έτυχε να πέσει στα χέρια μου και να μου μεταδώσει τον... ιό του gaming - ας όψεται το δισκάκι με τη συλλογή από demos παιχνιδιών MS-DOS, που συνόδευε έναν απ' τους επίσης πρώτους μας οικογενειακούς υπολογιστές με Windows 98. Φτιαγμένο με τη μηχανή του προγενέστερου (1992) Wolfenstein 3D (το οποίο είχα την ευκαιρία να παίξω λίγο αργότερα) και ήδη "παλιό" για την εποχή, το Blake Stone - Aliens of Gold της JAM Productions και της Apogee Software (μετέπειτα 3D Realms) δικαιωματικά θεωρήθηκε, ωστόσο, το καμάρι των δημιουργών του: πρωτοποριακά ποικιλόμορφες και περίτεχνες υφές περιβάλλοντος, άψογα σχεδιασμένο gameplay, εντυπωσιακοί (αν και ελαφρώς εκνευριστικοί ενίοτε) εχθροί διαφόρων βαθμών επικινδυνότητας και πλήθος μυστικών περιοχών που κρύβουν μικρούς και μεγάλους θησαυρούς. Ας μην ξεχνάμε βεβαίως το ριζοσπαστικό concept των πεδίων τηλεμεταφοράς μεταξύ των ορόφων-επιπέδων (ή περιοχών του ίδιου ορόφου) και τη θαυμάσια, "κολλητική" μουσική του Bobby Prince. Σ' εμάς της παλιάς σχολής (και κοπής), η πρόσφατη διάθεσή του μέσω Steam δεν μπορεί παρά να ξυπνά μια ακατανίκητη νοσταλγία, παρ' όλο που οι φιγούρες και τα γραφικά του ίσως δείχνουν αφελή και "παλαιολιθικά" τώρα πια, ιδίως στις καλομαθημένες νεότερες γενιές. Δεν παύει όμως να αποτελεί λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση στο θέμα των απαιτήσεων για απόλυτη συγκέντρωση, ταχύτατα αντανακλαστικά και "στρατιωτικά" χορογραφημένο και χρονομετρημένο συντονισμό κινήσεων εκ μέρους του παίκτη. Όσο για τον final boss, τον τρελό μεγαλομανή επιστήμονα Dr. Pyrus W. Goldfire (ακραίο αρνητικό ενός φουτουριστικού Προμηθέα), δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος "κακός" βιντεοπαιχνιδιού που να συνδυάζει τόσο ωραία τον εμφανισιακό ρεαλισμό (δεν είναι κανένα φρικτά μεταλλαγμένο ον, αλλά ένας ηλικιωμένος φαλακρός τυπάκος που δεν σου γεμίζει και πολύ το μάτι) με την απύθμενη μοχθηρία που γεννά κυριολεκτικά τέρατα. Η θεαματική επιτυχία του Blake Stone έδωσε πάσα για μια συνέχεια, το Blake Stone - Planet Strike (1994) που εισήγαγε μερικές ακόμα τολμηρές καινοτομίες στον προγραμματισμό του παιχνιδιού, αλλά δυστυχώς το επισκίασε η σχεδόν ταυτόχρονη κυκλοφορία της σειράς Doom (από την Id Software).
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (12.7.16).

Φρέσκια, χαριτωμένη στο σύνολό της, αν και όχι αυστηρά πιστή τηλεοπτική μεταφορά της λεγόμενης Τριλογίας της Κέρκυρας, δηλαδή των τριών αυτοβιογραφικών μυθιστορημάτων (Η Οικογένειά μου & Άλλα Ζώα, Birds, Beasts & Relatives και The Garden of the Gods) του Άγγλου φυσιολάτρη και φυσιοδίφη Gerald Durrell (μικρότερου αδελφού του φιλέλληνα συγγραφέα Lawrence Durrell) που αφηγούνται την πενταετή παραμονή της πολυμελούς οικογένειάς του στη μεσοπολεμική Κέρκυρα. Μιας οικογένειας που παρά τις συχνά εξωφρενικές εκκεντρικότητες των μελών της - του παθιασμένου με τα ζώα δεκάχρονου Gerry (Milo Parker), της ανασφαλούς και υποχόνδριας έφηβης Margo (Daisy Waterstone), του μανιώδους κυνηγού Leslie (Callum Woodhouse) και του επίδοξου, τότε, συγγραφέα και σαρκαστή των πάντων Larry (Josh O'Connor) - κατόρθωσε να παραμείνει αγαπημένη και ενωμένη χάρη στην ιώβεια υπομονή, το προοδευτικό πνεύμα και τη διπλωματία της ακόμα νέας και ωραίας χήρας κ. Durrell (Keeley Hawes). Απαστράπτουσα φωτογραφία (James Aspinall & Julian Court), γλυκιά μουσική (Ruth Barrett) και αβίαστα κεφάτες ερμηνείες, με ιδιαίτερα όμορφη έκπληξη την παρουσία, σε πρωταγωνιστικούς ρόλους, των "δικών" μας Αλέξη Γεωργούλη (κοσμογυρισμένος ταξιτζής Σπύρος Χαλικιόπουλος) και Γιώργου Καραμίχου (Δρ. Θεόδωρος Στεφανίδης, φίλος και μέντορας του μικρού Gerry) - οι οποίοι συμπορεύονται άψογα με το αγγλικό cast, μην έχοντας να του ζηλέψουν το παραμικρό. Οι επίσης εξαιρετικοί καρατερίστες Anna Savva (Lugaretzia), James Cosmo (καπετάνιος Creech), Ulric von der Esch (Sven) και η παλαίμαχη ντίβα Leslie Caron (κοντέσα Μαυρουδάκη), μητέρα ενός από τους παραγωγούς (Christopher Hall), υπογραμμίζουν το γραφικό όσο και κοσμοπολίτικο χρώμα του ελληνικού νησιού, όπως και του ίδιου του σίριαλ. Γνώστης ήδη του θέματος, καθότι υπεύθυνος και για το σενάριο της εξίσου ευχάριστης, βασισμένης στο ομότιτλο βιβλίο ταινίας του 2005 Η Οικογένειά μου & Άλλα Ζώα, ο σεναριογράφος Simon Nye (Hardware, Doctor Who) ελίσσεται δεξιοτεχνικά μέσα κι έξω απ' το πρωτότυπο κείμενο, επανορθώνοντας για τις όποιες του "απιστίες" με την άνεση της εμπειρίας και την ειλικρίνεια της αγάπης του προς το κλασικό αυτό έργο. Ένα καλόδεχτα δροσερό διάλειμμα από την καθημερινή μαυρίλα, ό,τι πρέπει για μια νοερή, αναζωογονητική καλοκαιρινή "απόδραση".
Την γκρίνια την απεχθάνομαι, αλλά μερικές φορές έρχομαι ως εδώ. Το τι βλακείες διαδίδονται ανεξέλεγκτα στο διαδίκτυο δεν περιγράφεται. Σχετικά πρόσφατη... αρβύλα (με αφορμή την οικονομική κρίση, φαντάζομαι) που μου προωθήθηκε ήταν το ότι ο κωδικός ηλεκτρονικής πληρωμής στους λογαριασμούς της ΔΕΗ εμπεριέχει, λέει, την "ημερομηνία αποκοπής τροφοδοσίας ρεύματος" σε περίπτωση λήξης του λογαριασμού. Εννοείται φυσικά ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον, διότι ο εν λόγω κωδικός είναι πάντα ο ίδιος για τον κάθε συνδρομητή και ο μόνος του σκοπός είναι να παρέχει ένα αναγνωριστικό στην τράπεζα όταν η πληρωμή του λογαριασμού γίνεται ηλεκτρονικά. Στα διάφορα sites μάλιστα που κοινοποιούσαν την "είδηση" κυκλοφορούσε εικόνα που υποδείκνυε με κόκκινο βελάκι το σημείο του κωδικού όπου "κρυβόταν" η ημερομηνία διακοπής του ρεύματος. Έπρεπε, υποτίθεται, να καλύψεις τον τελευταίο αριθμό και τα επόμενα 4 ψηφία από το τέλος αποτελούσαν την ημερομηνία. Στη συγκεκριμένη εικόνα, τα ψηφία αυτά ήταν "1001" και ερμηνεύονταν ως "10 Ιανουαρίου". Και βέβαια, επιλέχθηκε λογαριασμός που ο κωδικός του προσφερόταν ως παράδειγμα (ή η εικόνα, που προφανώς επίτηδες είχε σμικρυνθεί σε βαθμό ώστε να μην ξεχωρίζουν καλά τα γράμματα και οι αριθμοί, ήταν "πειραγμένη"). Στους δικούς μου λογαριασμούς της ΔΕΗ, ας πούμε, τα ψηφία αυτά είναι "8201", άρα θα μου έκοβαν το ρεύμα στις... 82 Ιανουαρίου. Και το έτος πού είναι; Ακόμα και όταν είναι αυτονόητα, τα στοιχεία αυτά αναγράφονται πάντοτε στα επίσημα έγγραφα για λόγους τυπικότητας. Ηθικόν δίδαγμα: Πριν κοινοποιήσουμε, ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ. Εξονυχιστικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις - και όχι μόνο - ο άπιστος Θωμάς είναι ο προστάτης άγιός μας.

Βρε μανία κι αυτή των υπερατλαντικών παραγόντων του θεάματος να μεταλλάσσουν προς το πολιτικά ορθότερο (ήτοι "αποστειρωμένο" ώσπου να μην του μείνει ίχνος ουσίας και φυσικότητας) ό,τι έχει την κακοτυχία να πέσει στα χέρια τους... Δεν τους γλίτωσε ούτε ο Sherlock Holmes, ένας από τους πλέον εμβληματικούς λογοτεχνικούς ντετέκτιβ των τελευταίων τριών αιώνων. Σε αντίθεση με την εκμοντερνισμένη αγγλική εκδοχή των περιπετειών του - η οποία προηγείται μεν χρονικά (2010), εξακολουθεί όμως να προβάλλεται παράλληλα και όπου το πρωταγωνιστικό δίδυμο παραμένει ως έχει - το αμερικανικό Elementary ("Στοιχειώδες", από την κλασική ρήση του Holmes) μεταμορφώνει τον πρώην στρατιωτικό γιατρό John Watson, αχώριστο φίλο, συνεργάτη, συγκάτοικο και βιογράφο του Holmes (και όχι μονάχα αυτόν - αλλά εδώ δεν κάνουμε χαλάστρες, "ελληνιστί" spoilers, ή τουλάχιστον προσπαθούμε), σε γυναίκα ονόματι Joan και μάλιστα ασιατικής καταγωγής. Δυο τρυγόνια στο σμπάρο της πολιτικής ορθότητας. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, μέρες που είναι, να διευκρινίσω ότι δεν με ενοχλεί καθόλου η εθνικότητα ούτε, φυσικά, το φύλο της ηθοποιού (Lucy Liu). Μόνο που όσο και να το φιλοσοφώ, "κάπως μου έρχεται" η (αναπόφευκτη) μεταβολή της δυναμικής ανάμεσα στα δυο κεντρικά πρόσωπα: ο Johnny Lee Miller (Byron, Dexter) αναπλάθει ριζοσπαστικά τον Holmes δίχως ωστόσο να απομακρύνεται ασυγχώρητα απ' το πρωτότυπο, διατηρώντας τον ιδιότυπα "τραβηχτικό" με όλους τους εθισμούς και τις εμμονές του (αν και υπερτονίζοντας την οριακά αυτιστική ακοινωνησία του), ενώ η γενικά συμπαθής, χαμηλών τόνων Liu (Ally McBeal, Southland) απλούστατα δεν υποδύεται καμιά εκδοχή του Watson - το επώνυμο του χαρακτήρα της είναι η μοναδική αναφορά στον πρωταρχικό ήρωα του Conan Doyle. Η τηλεοπτική Joan Watson δεν είναι δημιούργημα εκείνου, αλλά ενός λόχου σεναριογράφων και σκηνοθετών που θεώρησαν ότι η συνύπαρξη επί της οθόνης (χωρίς, ευτυχώς, το χιλιοξεζουμισμένο κλισέ του ρομάντζου) ενός στριμμένου και αζαχάρωτου, ακραία ιδιόρρυθμου πλην υπερφυσικά ιδιοφυούς μουντρούχου με μια εμφανίσιμη, (φυσιο)λογική και (φυσιο)λογικά ευφυή γυναίκα θα είχε ενδιαφέρον. Και για να λέμε την αλήθεια, έχει - με τον όρο να ξεχάσει κανείς ό,τι ήξερε "παραδοσιακά" για τον Sherlock Holmes και να παρακολουθήσει το Elementary σαν ένα σύγχρονο αστυνομικό σίριαλ, με κάποιες δειλές νύξεις "παραμυθιού" και συχνά (έξυπνα ενίοτε) κλεισίματα του ματιού στα θεμελιώδη δεδομένα του πηγαίου υλικού. Γιατί κατά τα άλλα, η σειρά βλέπεται: είναι καλογραμμένη, καλογυρισμένη και με αξιοπρεπείς ερμηνείες. Για την έως ανύπαρκτη, δυστυχώς, χημεία μεταξύ Miller και Liu (που ακόμα και στις κοινές τους σκηνές είναι σαν να παίζουν σε άλλο έργο ο καθένας) μας αποζημιώνει η πληθωρική, φιγουράτη παρουσία του αειθαλούς Aidan Quinn (Ολική Έκλειψη, Ο Ωραίος Harry) στον "υβριδικό" ρόλο του αστυνόμου Gregson - συνδυασμό του συνονόματου, δευτερεύοντος στα βιβλία προσώπου με τον τακτικά επανακάμπτοντα επιθεωρητή Lestrade (τόσο ο Quinn στο Elementary όσο και ο επίσης "θεωρητικός" Rupert Graves στον Sherlock του BBC One αποκαθιστούν με το παραπάνω τη χαμένη τιμή του ευσυνείδητου αλλά κοντόφθαλμου και ενοχλητικά τυπολάτρη Lestrade του πρωτοτύπου). Με τις ευλογίες σύσσωμης σχεδόν της κριτικής και παρά τη συνεχιζόμενα μάλλον επιφυλακτική υποδοχή από τους θεατές, βρισκόμαστε αισίως στα τέλη της τέταρτης σεζόν και όπου να 'ναι θα ανακοινωθεί η ημερομηνία για την έναρξη της πέμπτης.
Κάποτε αναρωτιόμουν ως πού μπορεί να φτάσει η παράνοια και η ιδεοληψία ορισμένων ανθρώπων (;). Τώρα πια δεν αναρωτιέμαι, διότι δεν μπορεί να φτάσει ΠΟΥΘΕΝΑ. Δεν υπάρχει όριο. Άπαξ και το έχεις το κουσούρι, τελείωσε. Δεν γιατρεύεται, δεν ξεπερνιέται, δεν διασκεδάζεται καν.

Όχι αδικαιολόγητα, ο παραγωγικότατος και ακαταπόνητος Stephen King είναι ίσως ο πιο πολυδιασκευασμένος για την οθόνη συγγραφέας επιστημονικής (κυρίως) φαντασίας. Πέρα από τον ασύλληπτο όγκο του έργου του, οι (συνήθως) χωρίς άμεσα αναγνωρίσιμο λογοτεχνικό προηγούμενο ιδέες, πλοκές και χαρακτήρες του προσφέρουν άφθονο υλικό για οπτικοποίηση και σεναριακή εκμετάλλευση, πατώντας όσο πρέπει και στο ρεαλισμό ώστε να πείθουν αναγνώστες και εν δυνάμει θεατές. Υπόδειγμα της "ζόρικης" αυτής ισορροπίας, το μυθιστόρημά του Under the Dome (2009) εξιστορεί τον αιφνίδιο, ερμητικό εγκλωβισμό μιας μικρής αμερικανικής κωμόπολης κάτω από έναν αόρατο θόλο ανεξήγητης φύσης και προέλευσης. Σε συνθήκες "θερμοκηπίου" και δίχως επαφή με τον έξω κόσμο, η ως τότε αρμονική συνύπαρξη των κατοίκων της δοκιμάζεται αμείλικτα από τις διαπροσωπικές εντάσεις και τα καταστροφικά μυστικά που αναπόφευκτα βγαίνουν στην επιφάνεια... Αν και το εύρημα είναι "από δεύτερο χέρι" - όρα το άγνωστο πλην πρωτοπόρο στα ειδικά εφέ φιλμ του 1966 The Bubble και το βιντεοπαιχνίδι μεταφυσικού τρόμου Barrow Hill (2006) - ο King το χρησιμοποιεί με την αναμενόμενη επιδεξιότητα ως πρόσχημα για την ανατομία ενός υποθετικού κοινωνι(ολογι)κού πειράματος, που εξελίσσεται σαν εκτεταμένο reality υπό το βλέμμα των μυστηριωδών αυτουργών του. Είναι απορίας άξιο πώς ένα ανάγνωσμα με στέρεη δραματουργική βάση και δομή και συναρπαστικά πλασμένα πρόσωπα κατέληξε στην τηλεόραση ως κυριολεκτική σκιά του εαυτού του - και δη στρεβλωμένη σε βαθμό κακουργήματος. "Φανταστικό" δεν σημαίνει "ό,τι μας κατέβει" και το διαχρονικά αξιοθαύμαστο και ελκυστικό της γραφής του King είναι ακριβώς η εσωτερική συνέπεια και συνοχή των κόσμων που χτίζει. Την οποία ο δημιουργός της σειράς Brian K. Vaughan (Lost) δεν θεώρησε προφανώς απαραίτητο να σεβαστεί, με αποτέλεσμα απ' τη μέση του πρώτου κιόλας κύκλου να επέλθει το μέγα μπάχαλο: εδώ δεν πρόκειται για διασκευή - ούτε καν "ελεύθερη" με την πλατύτερη δυνατή έννοια - αλλά για εκτέλεση στα έξι μέτρα. Το πώς αυτό το σίριαλ κάλυψε τρεις ολόκληρες σεζόν αραδιάζοντας απανωτές ασυναρτησίες τερατωδώς άσχετες με το πρωτότυπο κείμενο και χάνοντας με αλματώδεις ρυθμούς κοινό και εντυπώσεις, παραμένει άλυτος γρίφος. Κρίμα στο βιβλίο πρώτα απ' όλα, κρίμα και στους πολύ καλούς ηθοποιούς (Jeff Fahey, Dean Norris, Nicholas Strong, Britt Robertson, Jolene Purdy), την κινηματογραφικής ποιότητας φωτογραφία (Cort Fey, Walt Lloyd, David Geddes, Derek E. Tindall) και το όμορφο soundtrack (W. G. Snuffy Walden & A. Patrick Rose), που πραγματικά χαραμίστηκαν.