Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Οδύσσεια (2026)

Τα κουλουβάχατα της μυθολογίας, κοινωνικό πείραμα ή άλλος ένας κρυφός Δούρειος Ίππος;

The Odyssey

Η μύησή μου στη φιλμογραφία του Christopher Nolan έγινε με σειρά μάλλον ανορθόδοξη. Πρώτοι μου "ξεναγοί" στο σαγηνευτικά ιδιότυπο σύμπαν του υπήρξαν τα ευφάνταστα μυστηριακά Memento (2000) και Inception (2010) και το αδικημένο cult διαμαντάκι Following (1998 - πρώτη του, αν δεν απατώμαι, κινηματογραφική απόπειρα), ενώ χάρη στη Βερίνα ανακάλυψα και αγάπησα το ευρηματικότατο Prestige. Δεν με ενθουσίασε, ωστόσο, το υπερφιλόδοξο Interstellar (2014), μα ούτε και το άνισο Tenet (2020), το οποίο σήμανε την κάμψη του ενδιαφέροντός μου για τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη - με αποτέλεσμα να έχω απλώς ακουστά (αλλά στα υπόψιν) τα πολυ-οσκαρικά του Batman Begins (2005), Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή (2012) και το παραπροπέρσινο βιογραφικό Oppenheimer (2023).

Προτού καν δω την πρόσφατη, διαβόητη κατά Nolan Οδύσσεια και λόγω του υπέρμετρου προκαταβολικού ντόρου γύρω από αυτήν, είχα άθελά μου εκτεθεί σε άπειρους αποθεωτικούς επαίνους απ' τη μια πλευρά και ακραίες εκφράσεις βδελυγμίας από την άλλη. Υπήρχαν βέβαια και οι μετριοπαθείς, που εντόπιζαν κάποια θετικά στοιχεία αλλά το σύνολο τους απογοήτευσε, ή που σε γενικές γραμμές τους άρεσε, μα κάτι τους ενοχλούσε επίμονα δίχως να μπορούν να το προσδιορίσουν.

Όσα αξιόλογα διαπιστευτήρια και αν έχει, βέβαια, δείξει ως τώρα ο Nolan, δεν εξυπακούεται ότι κάθε του νέο έργο θα είναι και καλό. Ιδίως ένα εγχείρημα όπως η κινηματογραφική μεταφορά ενός αρχέτυπου έπους σαν την Οδύσσεια μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά επικίνδυνο εάν ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος (ένα και το αυτό πρόσωπο στην προκειμένη περίπτωση) δεν λάβουν υπόψη τους τις μυθοπλαστικές και αφηγηματικές ισορροπίες του πρωτοτύπου και αυτοσχεδιάζουν με υπερβολική αυτοπεποίθηση, απογυμνώνοντας το έργο από την αρχική του ουσία και φορτώνοντάς το με αναχρονιστικά ή/και υπερεπεξηγηματικά στοιχεία που δεν είναι καν απαραίτητα. Σε όσες άλλες (πρόσφατες ή και παλιότερες) περιπτώσεις έγινε κάτι παρόμοιο, το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε τους δημιουργούς.

Καιρό πριν την πρεμιέρα της, η ταινία είχε ήδη αρχίσει να προωθείται με τρόπο εξόφθαλμα προβοκατόρικο, δίνοντας τροφή σ' έναν σχεδόν άνευ προηγουμένου "πόλεμο" ανάμεσα σε εξίσου φανατικές απόψεις. Η επιλογή ενός cast (αντικειμενικά) ανιστόρητα πολυπολιτισμικού και συμπεριληπτικού, με κύριους πόλους διχασμού την Κενυάτισσα Lupita Nyong'o (12 Χρόνια Σκλάβος, Εμείς) ως Ωραία Ελένη και τον Elliot (πρώην Ellen) Page (Juno, Inception) - αναφέρω το προηγούμενο όνομά του επειδή αυτό αναγράφεται στις παλιότερες ταινίες του, σε ορισμένες μάλιστα από τις οποίες πρωταγωνιστεί - ως Σίνωνα (πρόσωπο που παρεμπιπτόντως, δεν υπάρχει στα ομηρικά έπη αλλά είναι μεταγενέστερη προσθήκη από τον Ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο στην Αινειάδα του) στη θέση του Αχιλλέα, ξεσήκωσε και εξακολουθεί να ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών για την κατάφωρη απιστία στο ομηρικό αρχέτυπο και το ιστορικό/γεωγραφικό του πλαίσιο, όσο και, από την άλλη, κατηγορηματική άρνηση της ανάγκης για ιστορική ακρίβεια, με τη δικαιολογία ότι τα ομηρικά έπη είναι απλά "παραμυθάκια" χωρίς πνευματικά δικαιώματα που ο καθένας μπορεί να τα κάνει ό,τι θέλει, δίχως καμιά υποχρέωση να τα σεβαστεί ή να τιμήσει έστω συμβολικά τη χώρα και τον πολιτισμό απ' όπου προήλθαν.

Μεγάλο μέρος των ενστάσεων σχετικά με τη Nyong'o ως Ελένη (η οποία - συν τη στιγμιαία... μετάλλαξή της σε Κλυταιμνήστρα - ίσα που κάνει δυο τρία περάσματα μισού λεπτού συνολικά, κι αυτά ημι-φλουταρισμένα) θα είχε, πιστεύω, αποφευχθεί εάν οι νεοφανείς υπερατλαντικές επιταγές περί μέχρι κεραίας σεβασμού προς τις πολιτισμικές διαφορετικότητες και η απαγόρευση της οικειοποίησής τους από άτομα άλλων φυλών ή εθνοτήτων δεν είχαν τόσο απροκάλυπτα δυο μέτρα και δυο σταθμά. Αυτή ακριβώς η αντίφαση δημιούργησε (όχι άδικα) σάλο στη συγκεκριμένη περίπτωση, δίνοντας πάτημα σε ορισμένους για να επιδείξουν όντως απαράδεκτα μισαλλόδοξη και ρατσιστική συμπεριφορά, και σε άλλους για να τσουβαλιάσουν αβέρτα στις τάξεις των νοσταλγών περασμένων ολοκληρωτικών καθεστώτων όσους δεν θεωρούσαν δεδομένο και αδήριτο το ότι η ταινία είναι το απόλυτο αριστούργημα ή είχαν απλώς λογικές επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις βασισμένες στην εθνική, ιστορική και γεωγραφική πραγματικότητα της χώρας μας. Δυστυχώς, οι αφοριστικοί χαρακτηρισμοί είναι εύκολοι - και σήμερα, όπως έχουν διαμορφωθεί οι νοοτροπίες, αν δεν ταυτίζεσαι πλήρως με τη μια παράταξη, θεωρείσαι αυτόματα ότι συμπλέεις με τα άκρα της αντίθετης και γίνεσαι ο εχθρός. Αν δεν είσαι άνευ όρων μαζί τους, είσαι απέναντί τους και αμέσως πέφτουν να σε φάνε. Κι έχουμε, έτσι, αισίως φτάσει στο σημείο οι προσωπικές απόψεις για μια κινηματογραφική μεταφορά ενός αφηγηματικού ποιήματος σχεδόν τριών χιλιάδων χρόνων να λειτουργούν την σήμερον ημέραν σαν... πιστοποιητικό κοινωνικοπολιτικών φρονημάτων.

Έχοντας μεγαλώσει σε σπίτι όπου η ενασχόληση με την κλασική παιδεία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της οικογενειακής καθημερινότητας (ο πατέρας μου έχει, μάλιστα, εκπονήσει πλήρη μετάφραση της Οδύσσειας, η οποία διατίθεται δωρεάν μέσω Archive.org, ψηφιοποιημένη και επιμελημένη από τη μητέρα μου και σελιδοποιημένη από εμένα, μετά την εκδημία του) μα και λόγω των δικών μου σπουδών και διαβασμάτων, δεν γίνεται, φυσικά, να δεχτώ τον αλαζονικά απαξιωτικό υποβιβασμό σε "παραμυθάκι" ενός ακρογωνιαίου λίθου της ελληνικής, καθώς και της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς. Το να είναι κανείς προοδευτικός στις ιδέες του, δεν σημαίνει κιόλας πως πρέπει να υιοθετεί τυφλά και συλλήβδην ό,τι είναι του εκάστοτε συρμού να θεωρείται "προχωρημένο", ούτε ότι δικαιούται να αποποιείται ή να χλευάζει το ιστορικό παρελθόν και τις ρίζες του. Τα ομηρικά έπη δεν αποτελούν έργα αμιγούς φαντασίας, αλλά τα αρχαιότερα μνημειακά θεμέλια έπη της Ευρώπης και τις αρχαιότερες σωζόμενες λογοτεχνικές καταγραφές της ελληνικής ιδρυτικής μυθολογίας η οποία σημαίνει και την απαρχή της ιστορικής μας υπόστασης, σε δυσθεώρητα βάθη χρόνου όπου τα όρια αιτιολογικού μύθου, θρύλου και Ιστορίας συγχέονται ή και χάνονται. Η μυκηναϊκή δυναστεία υπήρξε - όπως άλλωστε υπήρξε και η Τροία, και μια μορφή Τρωικού Πολέμου πράγματι συνέβη, όπως δείχνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα στην Ελλάδα και στα παράλια της Μικράς Ασίας.

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι για την Ελλάδα και τους Έλληνες ό,τι η Mahabharata και η Ramayana για τους Ινδούς, το Kalevala για τους Φινλανδούς, το έπος του Gilgamesh για τους Μεσοποτάμιους, ο Αρθουριανός κύκλος για τους Κέλτες. Σ' όλα τα μνημειακά ιδρυτικά έπη, ιστορικά πρόσωπα και στοιχεία πλέκονται με μύθους και θρύλους άρρηκτα δεμένους με τις καταβολές, τις ιδιαίτερες βιωματικές εμπειρίες και τα ειδοποιά χαρακτηριστικά των λαών που τους δημιούργησαν. Και μόνο από καθαρά επιστημονική πραγματολογική άποψη, επομένως, το θέμα δεν είναι τόσο απλό ούτε τόσο "αστείο" όσο επιχειρείται να θεωρηθεί. Ας μου επιτραπεί να παραθέσω εδώ το σύνδεσμο μιας θαυμάσιας συνέντευξης που είχα την τιμή να μου παραχωρήσει ο διακεκριμένος ελληνιστής Dr. James Davidson, διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Warwick, και όπου (μεταξύ άλλων) συζητάμε ενδελεχώς για το ζήτημα αυτό.

Χάρη, λοιπόν, στις ποικίλες θετικές όσο και αρνητικές γνώμες και αναλύσεις, είχα ήδη σχηματίσει μια εικόνα. Παρ' όλα αυτά, προσπάθησα ν' αφήσω στην άκρη κάθε προκατάληψη, καθώς και την ιδέα ότι θα παρακολουθούσα ταινία με θέμα - έστω και ακροθιγώς - την ομηρική Οδύσσεια. Τίποτα όμως δεν με είχε προετοιμάσει γι' αυτό που έμελλε να αντικρίσουν τα μάτια μου και ν' ακούσουν τα αυτιά μου.

Καταρχάς, η ταινία ΔΕΝ είναι η Οδύσσεια. Ούτε του Ομήρου, ούτε ενός Ξεριζωμένου, ούτε του Διαστήματος, αλλά τα Κουλουβάχατα της Ιστορίας, της μυθολογίας και γενικώς. Ένα απελπιστικά δυσκίνητο, ασυνάρτητο συμπίλημα από παραφθαρμένες σε βαθμό κακουργήματος σκηνές των ομηρικών επών - λες και γράφοντας το σενάριο, ο Nolan ούτε που μπήκε στον κόπο να ρίξει μια ματιά, έστω, στο πρωτότυπο υλικό και κράτησε βιαστικές σημειώσεις από σχολικό εγχειρίδιο με τα βασικά σημεία της πλοκής. Τα οποία δεν θεώρησε καν απαραίτητο να βάλει σε μια υποτυπώδη σειρά ή να τα εντάξει σ' ένα ενιαίο και συνεπές αφηγηματικό πλαίσιο, παρά τα ανακάτεψε στην τύχη με την πρόφαση των "μετατραυματικών flash backs", απογυμνώνοντάς τα από τα μυθοπλαστικά τους συμφραζόμενα και δίνοντάς τους χαρακτήρα και προεκτάσεις ολωσδιόλου άσχετα με το αρχέτυπο γράμμα ή/και πνεύμα τους.

Και δεύτερον, δεν βλέπεται. Κυριολεκτικά δεν βλέπεται, και ειλικρινά απορώ και εξίσταμαι τι βρήκαν τόσο συναρπαστικό όσοι ισχυρίζονται πως θα ξαναπάνε να τη δουν δεύτερη, τρίτη και νιοστή φορά. IMAX ξε-IMAX, επί δυο ώρες και σαρανταπέντε λεπτά που δεν περνούν με τίποτα, κάθεσαι και ατενίζεις μια ατέρμονη, μονόχορδη μουρτζουφλιά σε όλες τις αποχρώσεις του γκρι, όπου κυριαρχεί η μονίμως θλιμμένη φάτσα του Matt Damon (Ο Ξεχωριστός Will Hunting, Ο Ταλαντούχος κ. Ripley) σε αργόσυρτα πένθιμα gros plans και όλοι εμφανίζονται ντυμένοι με κάτι ρούχα σαν αποκριάτικες στολές ραμμένες με ό,τι υλικά και αξεσουάρ βρίσκονταν στο σπίτι, ενώ και οι σκηνικοί χώροι όπως και τα σκηνικά αντικείμενα μοιάζουν σαν να κατασκευάστηκαν και στήθηκαν πρόχειρα για ερασιτεχνική συνοικιακή παράσταση. Ο Πολύφημος και η Σκύλλα εκπροσωπούνται αντίστοιχα από μια ψηφιακά μεγεθυσμένη μαριονέτα με υπέρθεση παραμορφωτικού φίλτρου στο πρόσωπο κι ένα μάτσο γιγάντια ανθρωποφάγα φιδοπλόκαμα που θα τα ζήλευε και ο Lovecraft, για να κλαίει στη γωνιά της η Χάρυβδη που για κάποιον εξωτικό λόγο υποβαθμίζεται σε πληβείο ημι-ρεαλιστικό υδροστρόβιλο. Μέχρι και το τραγούδι των Σειρήνων δεν είναι παρά μια άμορφη λούπα-κονσέρβα με ολίγη από παραμορφωτικά εφέ. Πού πήγαν τα κάτι εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια της παραγωγής, οέο;

Σε συνεντεύξεις του ο Nolan ισχυρίστηκε επανειλημμένα ότι πηγή έμπνευσης για το σενάριό του ήταν η "αιρετική", φεμινιστικής χροιάς μετάφραση (ελεύθερη έως αυθαίρετη διασκευή, για την ακρίβεια) της Οδύσσειας από τη συμπατριώτισσά του Emily Wilson, η οποία, εντούτοις, εκ των υστέρων διαχώρισε τη θέση της, αρνούμενη οποιαδήποτε σχέση του πονήματός της με την ταινία του Nolan. Η ήδη πανταχόθεν βαλλόμενη Nyong'o, πάλι, δεν παρέλειψει να ρίξει λάδι στη φωτιά διατεινόμενη ότι δεν είχε ποτέ διαβάσει τα ομηρικά έπη και... επιπλήττοντας με αφοπλιστική αυστηρότητα τον Όμηρο για τον ελάχιστο (!) χρόνο που αφιερώνει στους γυναικείους του χαρακτήρες. Εν τω μεταξύ, οι αληθινές πρωταγωνίστριες ειδικά της Οδύσσειας είναι οι θηλυκές παρουσίες - θεές, θεότητες, ημίθεες, θνητές, ως και κακοποιά τερατόμορφα όντα σαν τη Σκύλλα, τη Χάρυβδη και τις Σειρήνες. Αυτές κινούν τα νήματα του δράματος και στην ουσία χαράζουν την πορεία του ήρωα απ' την αρχή (Ελένη, Μούσα, Αθηνά, Αντίκλεια, Ναυσικά) ως το τέλος (Λευκοθέα, Ευρύκλεια, Πηνελόπη), ορίζοντας τους καίριους ενδιάμεσους σταθμούς της (Κίρκη, Καλυψώ).

Πέρα απ' τους εμφανείς ετεροχρονισμούς στο cast, στα σκηνικά και στα κοστούμια και τον εξοβελισμό κομβικών σκηνών (το ξέβρασμα του Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων, τη συνάντηση με τη μητέρα του Αντίκλεια στον Άδη, το ξεπλάνεμα των συντρόφων του από τους Λωτοφάγους, το ιδιοφυές ξεγέλασμα του Κύκλωπα Πολύφημου, τη σύμπραξη του Τηλέμαχου στη μνηστηροφονία), η κατά Nolan Οδύσσεια βρίθει και από ανιστόρητες σεναριακές προσθήκες, όπως η αναφορά στους άγνωστους (ή τουλάχιστον... ακαταλογογράφητους), τότε, Λαούς της Θάλασσας, η διερμηνεία των Ελληνικών (!) για χάρη του προφανώς αγγλόφωνου Οδυσσέα, το χαράκωμα του προσώπου της Ελένης από τον εκδικητικό απατημένο σύζυγό της, ή οι δήθεν απειλές του Αγαμέμνονα προκειμένου να πειστεί ο Οδυσσέας να λάβει μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Και το χειρότερο, ο ταυτόχρονος αποκεφαλισμός από τους συστρατιώτες του ενός αγάλματος της Αθηνάς (;) και μιας ιέρειας η οποία, στην αρχή του φιλμ, εμφανίζεται στον Οδυσσέα με τη μορφή της θεάς. Πράγμα παντελώς ανεπίτρεπτο σε μια εποχή όπου οι θεοί δεν εκλαμβάνονταν ως αφηρημένες έννοιες, αλλά ως υπαρκτές οντότητες που συνυπήρχαν με τους θνητούς, μετείχαν στην καθημερινότητά τους και η λατρεία τους με όλες τις τελετουργικές εκφάνσεις της ήταν αδιαπραγμάτευτη. Αφού οι Αχαιοί και οι Τρώες πίστευαν στους ίδιους θεούς, το να πειράξει η μια πλευρά ναούς, αγάλματα θεών και ιερείς της άλλης αποτελούσε την υπέρτατη ύβρη. Οι ναοί και τα ιερά ήταν άσυλα απαράβατα, των οποίων η παραμικρή βεβήλωση θα επέσυρε την τρομερή θεϊκή μήνη και τιμωρία. Όπως στην Ιλιάδα με τη μεμονωμένη - και εξ ορισμού καταδικαστέα - περίπτωση του Αίαντος του Λοκρού, ο οποίος πλήρωσε με τα λογικά του (και εν τέλει με τη ζωή του) την προσβολή του ιερού της Αθηνάς και την αρπαγή της Κασσάνδρας.

Καθώς ο Nolan δεν μας έχει συνηθίσει σε παρόμοιες πασιφανείς προθέσεις εκβιασμού του συναισθήματος, απόρησα με το ότι καταδέχτηκε να προσφύγει σε τέτοιου τύπου φτηνιάρικες, χοντροκομμένες σεναριακές "μαγγανείες" - κάθε άλλο παρά αντάξιες του υπέροχου Prestige του. Εάν ορθώς εννόησα, επέλεξε να αντιστρέψει τη λογική του μύθου: αντί να αναδείξει και να αξιοποιήσει τις ήδη υπάρχουσες αλληγορίες, φορτώνει τον αρχαίο μύθο με σύγχρονες αντιλήψεις και προβληματισμούς, χρησιμοποιώντας τον ως απλό περίβλημα και "κράχτη". Ο κεντρικός ήρωας μετατρέπεται σε αντι-ήρωα και τα "τέρατα" που αντιμετωπίζει στη διάρκεια του ταξιδιού του, αποκτούν πολύ διαφορετικές παραμέτρους και συνδηλώσεις μες στα καινοφανή ιδεολογικά τους συμφραζόμενα.

Αυτές ήταν οι σκέψεις μου ενώ έπεφταν οι τίτλοι τέλους - και αν την ώρα εκείνη μου ζητούσε κανείς να περιγράψω τι είδα, δεν ξέρω αν θα ήμουν σε θέση να απαντήσω. Όχι από δέος, αλλά από αμηχανία. Το "απόλυτο αριστούργημα" δεν μου άφησε καν εντυπώσεις ώστε να μπορώ να τις περιγράψω. Σ' όλη τη διάρκεια της προβολής, είχα μια αίσθηση πως κάτι μού διέφευγε, σαν να προσπαθούσα να συναρμολογήσω σκόρπια κρυπτικά μισόλογα που έπιανε το αυτί μου από κουβέντα τρίτων. Αργότερα, ωστόσο, ενώ το πρώτο σοκ υποχωρούσε και ξεκαθάριζε το τοπίο, άρχισε δειλά να μου γεννιέται μια υποψία. Είχα ακούσει (όπως και τελικά διαπίστωσα) ότι τα περισσότερα εκτός τόπου και χρόνου οπτικά στοιχεία του φιλμ παρέπεμπαν άμεσα ή έμμεσα στις προηγούμενες ταινίες του Nolan, και ίσως σε έργα που δεν έχει ακόμα γυρίσει, αλλά ετοιμάζει ή οραματίζεται. Κίνηση που όχι εντελώς παράλογα, εισπράχτηκε από τους σφοδρούς ή και τους πιο συγκρατημένους επικριτές του ως δείγμα ναρκισσιστικής αυτοαναφοράς. Αν όμως δεν είναι ακριβώς έτσι;

Όσο και αν κανείς δεν είναι (και δεν πρέπει να είναι) στο απυρόβλητο της κριτικής, ούτε κι εγώ θεώρησα ποτέ τους δημιουργούς που εκτιμώ ή/και θαυμάζω παντελώς ανίκανους να αποτύχουν σε κάποιες τους απόπειρες, δεν έπαυε να με αγκυλώνει το ότι με το τρανταχτό πρωτογενές υλικό και τον προϋπολογισμό που είχε στα χέρια του, ένας ευφυής, αν μη τι άλλο, σκηνοθέτης σαν τον Nolan κατέληξε να φτιάξει ΑΥΤΟ. Ένα πράγμα συγκεχυμένο, ανερμάτιστο, μες στη μαυρίλα και την κακοδαιμονία, το οποίο διαμετρικά αντιβαίνει στον χειμαρρώδη και ολοζώντανο, διανθισμένο συχνά με πνευματώδες χιούμορ ομηρικό ποιητικό λόγο. Κι έναν Οδυσσέα που σέρνει διαρκώς τα πόδια του, περιφέροντας το φορτίο της κακιάς του της μοίρας σαν τον Σίσυφο - βαριά, υποτονική καρικατούρα, οριακά, του αρχέτυπα πολυμήχανου και πολύτροπου ομηρικού ήρωα, ο οποίος συγκεντρώνει και προσωποποιεί την πεμπτουσία της ελληνικής ψυχής και ιδιοσυγκρασίας: παμπόνηρος μα και ακέραιος, ικανός να τα βγάλει πέρα με κάθε εμπόδιο, δαιμόνια εφευρετικός μπροστά στα πιο αποθαρρυντικά αδιέξοδα, αδίστακτος και συγχρόνως διπλωμάτης όπου χρειάζεται, αλλά και ακλόνητα προσηλωμένος στους ευγενείς του στόχους. Όχι έρμαιο των περιστάσεων και των συνθηκών που χάνει την ταυτότητά του στην πορεία, μα πείσμων και σταθερός φορέας της ταυτότητάς του, ακόμα και όταν την αποκρύπτει για λόγους στρατηγικού ελιγμού (όπως στη σκηνή με τον Κύκλωπα ή με τη μεταμφίεσή του σε ζητιάνο μόλις επιστρέφει στην Ιθάκη). Και η Αθηνά, προστάτιδα και σύμβουλός του, ενσαρκώνει την ευφυία, το χάρισμα του πολυμήχανου μυαλού που του δόθηκε από τους θεούς, και όχι το πολεμικό τραύμα ή τις ενοχές του. Διόλου συμπτωματικά, ο τελευταίος σημαντικός του αντίπαλος, ο "αρχηγός" των μνηστήρων, ονομάζεται Αντίνοος - δηλαδή, "πνεύμα αντιλογίας" μα και το αντίθετο του νου, της λογικά αποδεκτής τάξης των πραγμάτων.

Επιπλέον, εφόσον ο Nolan βάλθηκε σώνει και καλά να σκιαγραφήσει τον Οδυσσέα ως βετεράνο πολέμου βασανισμένο από μετατραυματικό σύνδρομο και τύψεις, είναι πέρα για πέρα ακατανόητη η παράλειψη της σπαρακτικής συνάντησης και του διαλόγου με τη νεκρή μητέρα του - της οποίας το όνομα, Αντίκλεια, δηλώνει την αντίθεση στη δόξα (κλέος), άρα και τη ματαιότητά της. Τίποτα στα πρωτότυπα και αρχέτυπα έργα δεν είναι τυχαίο ή περιττό: διέπονται από μια σοφότατα ζυγισμένη σημειολογία, που δεν επιδέχεται "διορθωτικές" επεμβάσεις.

Η ταινία ερμηνεύτηκε γενικά ως πικρό σχόλιο για την παρακμή του δυτικού πολιτισμού (η οποία παραλληλίζεται με τη δύση της Εποχής του Χαλκού, σηματοδοτούμενη από την πτώση της Τροίας), με όχι ιδιαίτερα συγκαλυμμένες αναφορές σε τωρινά, υπό εξέλιξη και πολυσυζητημένα γεγονότα παγκόσμιας εμβέλειας και ενδιαφέροντος. Πράγματα, δηλαδή, αρκούντως... φαγωμένα στη μάπα ώστε η σημειολογικά παραφρασμένη τους, "εκμοντερνισμένη" επισήμανση να δηλώνει απλώς το αυτονόητο στον στοιχειωδώς σκεπτόμενο και ουσιωδώς προβληματισμένο θεατή. Μήπως όμως ο σύγχρονος Βρετανός ποιητής εικόνων αποδεικνύεται εξίσου "πολύτροπος" με τον ομηρικό Οδυσσέα (ουδόλως τυχαία, αν έχω δίκιο, η ανάθεση του ρόλου στον επίσης ξανθό και γαλανομάτη Damon), κρύβοντας τον δικό του Δούρειο Ίππο πίσω απ' τα κραυγαλέα "προσαρμοσμένα στις σημερινές ευαισθησίες" μηνύματα - φτιάχνοντας, δηλαδή, την απόλυτη "αντι-χολιγουντιανή" ταινία που είναι μαζί και "μετα-ταινία", προκειμένου να υπονομεύσει εκ των έσω τα όσα φαινομενικά ευαγγελίζεται;

Τι εννοώ; Πως αν βαθύτερος σκοπός του ήταν να διεξαγάγει κοινωνικό πείραμα ή/και να καταδείξει, ας πούμε, τι βαρετό, άχρωμο (μ' όλη την επιβεβλημένη επιφανειακή πολυχρωμία), άοσμο, άνοστο, ανούσια ηθικολογικό - και υποτιμητικό για τη νοημοσύνη των αποδεκτών του - θέατρο παραλόγου έχει καταντήσει η εγκεκριμένα στρατευμένη τέχνη των καιρών μας, ευθυγραμμιζόμενη με τους (και γραπτούς, πλέον) νόμους που τη διέπουν και αναγκασμένη να υφίσταται παρεμβάσεις που ουδεμία σχέση έχουν με το πρωταρχικό νόημα και την ύπαρξη αυτή καθαυτήν της τέχνης, το πέτυχε και με το παραπάνω. Μια δεύτερη θέαση θα ήταν πιθανώς χρήσιμη για επιβεβαίωση (ή αναίρεση) της εικασίας μου, μα και να με πληρώνουν, δεν του χαλαλίζω άλλο ένα τρίωρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :