Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Οδύσσεια (The Odyssey, 2026)

Τα κουλουβάχατα της μυθολογίας, ή άλλος ένας κρυφός Δούρειος Ίππος;

The Odyssey

Η μύησή μου στη φιλμογραφία του Christopher Nolan έγινε με σειρά μάλλον ανορθόδοξη. Πρώτοι μου "ξεναγοί" στο σαγηνευτικά ιδιότυπο σύμπαν του υπήρξαν τα ευφάνταστα μυστηριακά Memento (2000) και Inception (2010), ενώ χάρη στη Βερίνα ανακάλυψα και αγάπησα το αδικημένο cult διαμαντάκι Following (1998 - πρώτη του, αν δεν απατώμαι, κινηματογραφική απόπειρα) και το ευρηματικότατο Prestige. Δεν με ενθουσίασε, ωστόσο, το υπερφιλόδοξο Interstellar (2014), μα ούτε και το άνισο Tenet (2020), το οποίο σήμανε την κάμψη του ενδιαφέροντός μου για τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη - με αποτέλεσμα να έχω απλώς ακουστά (αλλά στα υπόψιν) τα πολυ-οσκαρικά του Batman Begins (2005), Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή (2012) και το παραπροπέρσινο βιογραφικό Oppenheimer (2023).

Προτού καν δω την πρόσφατη, διαβόητη κατά Nolan Οδύσσεια και λόγω του υπέρμετρου προκαταβολικού ντόρου γύρω από αυτήν, είχα άθελά μου εκτεθεί σε άπειρους αποθεωτικούς επαίνους απ' τη μια πλευρά και ακραίες εκφράσεις βδελυγμίας από την άλλη. Υπήρχαν βέβαια και οι μετριοπαθείς, που εντόπιζαν κάποια θετικά στοιχεία αλλά το σύνολο τους απογοήτευσε, ή που σε γενικές γραμμές τους άρεσε, μα κάτι τους ενοχλούσε επίμονα δίχως να μπορούν να το προσδιορίσουν.

Παρατήρησα, επίσης, ένα αξιοσημείωτο κοινωνιολογικό φαινόμενο: οι μεν υμνητές να θεωρούν δεδομένο και αναντίρρητο το ότι πρόκειται για το απόλυτο αριστούργημα και να χαρακτηρίζουν αβέρτα ρατσιστές και φασίστες όποιους τολμούσαν να διαφωνήσουν έστω και ελάχιστα μαζί τους, ενώ οι επικριτές να αμφισβητούν ως και την ίδια την καλλιτεχνική υπόσταση του Nolan, επικαλούμενοι "γλείψιμό" του στις πολιτικά ορθές ντιρεκτίβες του Χόλιγουντ, με σκοπό την εξασφάλιση ενός (ή περισσότερων) ακόμα Oscar.

Όσα αξιόλογα διαπιστευτήρια και αν έχει, βέβαια, δείξει ως τώρα ο Nolan, δεν εξυπακούεται ότι κάθε του νέο έργο θα είναι και καλό. Ιδίως ένα εγχείρημα όπως η κινηματογραφική μεταφορά ενός αρχέτυπου εθνικού, πρωταρχικά, έπους σαν την Οδύσσεια μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά επικίνδυνο εάν ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος (ένα και το αυτό πρόσωπο στην προκειμένη περίπτωση) δεν λάβουν υπόψη τους τις μυθοπλαστικές και αφηγηματικές ισορροπίες του πρωτοτύπου και αυτοσχεδιάζουν με υπερβολική αυτοπεποίθηση, απογυμνώνοντας το έργο από την αρχική του ουσία και φορτώνοντάς το με αναχρονιστικά ή/και υπερεπεξηγηματικά στοιχεία που δεν είναι καν απαραίτητα. Σε όσες άλλες (πρόσφατες ή και παλιότερες) περιπτώσεις έγινε κάτι παρόμοιο, το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε τους δημιουργούς.

Καιρό πριν την πρεμιέρα της, η ταινία είχε ήδη αρχίσει να προωθείται με τρόπο εξόφθαλμα προβοκατόρικο, δίνοντας τροφή σ' έναν σχεδόν άνευ προηγουμένου "πόλεμο" ανάμεσα σε εξίσου φανατικές απόψεις. Η επιλογή ενός cast ανιστόρητα πολυπολιτισμικού και "συμπεριληπτικού", με κύριους πόλους διχασμού την έγχρωμη Ωραία Ελένη (Lupita Nyong'o) και τον trans στρατιώτη Σίνωνα (Elliot Page) - ο οποίος, παρεμπιπτόντως, δεν υπάρχει στα ομηρικά έπη αλλά είναι μεταγενέστερη προσθήκη από τον Ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο στην Αινειάδα του) - στη θέση του Αχιλλέα, ξεσήκωσε και εξακολουθεί να ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών για την κατάφωρη απιστία στο ομηρικό αρχέτυπο και το ιστορικό/γεωγραφικό του πλαίσιο, όσο και, από την άλλη, κατηγορηματική άρνηση της ανάγκης για ιστορική ακρίβεια, με τη δικαιολογία ότι τα ομηρικά έπη είναι απλά "παραμυθάκια" χωρίς πνευματικά δικαιώματα που ο καθένας μπορεί να τα κάνει ό,τι θέλει, δίχως καμιά υποχρέωση να τα σεβαστεί ή να τιμήσει έστω συμβολικά τη χώρα και τον πολιτισμό απ' όπου προήλθαν.

Έχοντας μεγαλώσει σε σπίτι όπου η ενασχόληση με την κλασική παιδεία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της οικογενειακής καθημερινότητας - ο πατέρας μου έχει, μάλιστα, εκπονήσει πλήρη μετάφραση της Οδύσσειας, η οποία διατίθεται δωρεάν μέσω Archive.org, ψηφιοποιημένη και επιμελημένη από τη μητέρα μου μετά την εκδημία του και σελιδοποιημένη από εμένα - μα και λόγω των δικών μου σπουδών και των προσωπικών μου διαβασμάτων, δεν γίνεται, φυσικά, να καταπιώ αμάσητη την αλαζονική απαξίωση απέναντι σ' έναν ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής, καθώς και της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς. Το να είναι κανείς προοδευτικός στις ιδέες του, δεν σημαίνει κιόλας πως πρέπει να υιοθετεί τυφλά και συλλήβδην ό,τι είναι του εκάστοτε συρμού να θεωρείται "προχωρημένο", ούτε να αποποιείται ή να χλευάζει το ιστορικό παρελθόν και τις ρίζες του. Η θεμελιακή μυθολογία κάθε λαού αποτελεί την απαρχή της ιστορικής του υπόστασης, σε δυσθεώρητα βάθη χρόνου όπου τα όρια αιτιολογικού μύθου, θρύλου και Ιστορίας χάνονται. Παραπέμπω εδώ στη θαυμάσια συνέντευξη που είχα την τιμή να μου παραχωρήσει ο διακεκριμένος ελληνιστής Dr. James Davidson, διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Warwick, και όπου συζητάμε ενδελεχώς για το ζήτημα αυτό.

Μεγάλο μέρος της οργής εναντίον της μαύρης Ελένης (η οποία - συν τη στιγμιαία... μετάλλαξή της σε Κλυταιμνήστρα - ίσα που κάνει δυο τρία περάσματα μισού λεπτού συνολικά, κι αυτά ημι-φλουταρισμένα) θα είχε, πιστεύω, αποφευχθεί εάν οι νεοφανείς υπερατλαντικές επιταγές περί σεβασμού προς τις πολιτισμικές "διαφορετικότητες" και η απαγόρευση της "οικειοποίησής" τους από άτομα άλλων φυλών ή εθνοτήτων δεν είχαν τόσο απροκάλυπτα δυο μέτρα και δυο σταθμά. Σεβόμαστε μέχρι κεραίας την Ιστορία και τη μυθολογία των άλλων λαών, φτάνει να μην ανήκουν στη (λευκή) Ευρώπη - την οποία έχουμε, άλλωστε, ηθική υποχρέωση να κατηγορούμε για όλα τα δεινά της οικουμένης και να απολογούμαστε, ως επαίσχυντα "προνομιούχοι" εκ γενετής, για την ύπαρξη και το παρελθόν της. Μόνο και μόνο για να (βαυκαλίζονται ότι) εξιλεώνονται στις πλάτες μας οι υπερατλαντικοί μας "σύμμαχοι" και "προστάτες" για τα δικά τους κατά συρροήν εγκλήματα εις βάρος της ανθρωπότητας.

Αυτή ακριβώς η υποκριτική αντίφαση δημιούργησε (όχι άδικα) σάλο στη συγκεκριμένη περίπτωση, δίνοντας πάτημα σε ορισμένους για να επιδείξουν όντως απαράδεκτα μισαλλόδοξη και ρατσιστική συμπεριφορά, και σε άλλους για να τσουβαλιάσουν στις τάξεις των νοσταλγών της Ku Klux Klan όσους είχαν απλώς λογικές επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις βασισμένες στην εθνική, ιστορική και γεωγραφική πραγματικότητα της χώρας μας. Δυστυχώς, οι αφοριστικοί χαρακτηρισμοί είναι εύκολοι - και σήμερα, όπως έχουν διαμορφωθεί οι νοοτροπίες, αν δεν ταυτίζεσαι πλήρως με τη μια παράταξη, θεωρείσαι αυτόματα ότι συμπλέεις με τα άκρα της αντίθετης και γίνεσαι ο εχθρός. Αν δεν είσαι άνευ όρων μαζί τους, είσαι απέναντί τους και αμέσως πέφτουν να σε φάνε.

Χάρη, λοιπόν, στις ποικίλες θετικές όσο και αρνητικές γνώμες και αναλύσεις, είχα ήδη σχηματίσει μια εικόνα. Παρόλα αυτά, προσπάθησα ν' αφήσω στην άκρη κάθε προκατάληψη, καθώς και την ιδέα ότι θα παρακολουθούσα ταινία με θέμα - έστω και ακροθιγώς - την ομηρική Οδύσσεια. Τίποτα όμως δεν με είχε προετοιμάσει γι' αυτό που έμελλε να αντικρίσουν τα μάτια μου και ν' ακούσουν τα αυτιά μου.

Καταρχάς, η ταινία ΔΕΝ είναι η Οδύσσεια. Ούτε του Ομήρου, ούτε ενός Ξεριζωμένου, ούτε του Διαστήματος, αλλά τα Κουλουβάχατα της Ιστορίας, της μυθολογίας και γενικώς. Ένα απελπιστικά δυσκίνητο, ασυνάρτητο συμπίλημα από παρεφθαρμένες σε βαθμό κακουργήματος σκηνές των ομηρικών επών - λες και γράφοντας το σενάριο, ο Nolan ούτε που μπήκε στον κόπο να ρίξει μια ματιά, έστω, στο πρωτότυπο υλικό και κράτησε βιαστικές σημειώσεις από σχολικό εγχειρίδιο με τα βασικά σημεία της πλοκής. Τα οποία δεν θεώρησε καν απαραίτητο να βάλει σε μια υποτυπώδη σειρά ή να τα εντάξει σ' ένα ενιαίο και συνεπές αφηγηματικό πλαίσιο, παρά τα ανακάτεψε στην τύχη με την πρόφαση των "μετατραυματικών flash backs", απογυμνώνοντάς τα από τα μυθοπλαστικά τους συμφραζόμενα και δίνοντάς τους χαρακτήρα και προεκτάσεις ολωσδιόλου άσχετα με το αρχέτυπο γράμμα ή/και πνεύμα τους.

Και δεύτερον, δεν βλέπεται. Κυριολεκτικά δεν βλέπεται, και απορώ τι βρήκαν τόσο συναρπαστικό όσοι ισχυρίζονται πως θα ξαναπάνε να τη δουν δεύτερη, τρίτη και νιοστή φορά. IMAX ξε-IMAX, επί δυο ώρες και σαρανταπέντε λεπτά που δεν περνούν με τίποτα, κάθεσαι και ατενίζεις σαν ηλίθιος μια ατέρμονη, μονότονη γκρίζα μουρτζουφλιά όπου κυριαρχεί η μονίμως θλιμμένη φάτσα του Matt Damon (Ο Ξεχωριστός Will Hunting, Ο Ταλαντούχος κ. Ripley) σε αργόσυρτα πένθιμα gros plans και όλοι εμφανίζονται ντυμένοι με κάτι ρούχα σαν αποκριάτικες στολές ραμμένες με ό,τι υλικά και αξεσουάρ βρίσκονταν στο σπίτι, ενώ και οι σκηνικοί χώροι όπως και τα σκηνικά αντικείμενα μοιάζουν σαν να κατασκευάστηκαν και στήθηκαν πρόχειρα για ερασιτεχνική συνοικιακή παράσταση. Ο Πολύφημος και η Σκύλλα εκπροσωπούνται αντίστοιχα από μια ψηφιακά μεγεθυσμένη μαριονέτα με υπέρθεση παραμορφωτικού φίλτρου στο πρόσωπο κι ένα μάτσο γιγάντια φονικά πλοκάμια που θα τα ζήλευε και ο Lovecraft. Η Χάρυβδη δεν μας κάνει την τιμή να παρουσιαστεί, γιατί ντρέπεται το φακό και κρύβεται υποθαλασσίως μεταμορφωμένη σε ρουφήχτρα. Μέχρι και το τραγούδι των Σειρήνων δεν είναι παρά μια άμορφη λούπα-κονσέρβα με ολίγη από παραμορφωτικά εφέ. Πού πήγαν τα κάτι εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια της παραγωγής, οέο;

Σε συνεντεύξεις του ο Nolan ισχυρίστηκε επανειλημμένα ότι πηγή έμπνευσης για το σενάριό του ήταν η "αιρετική", φεμινιστικής χροιάς μετάφραση (ελεύθερη έως αυθαίρετη διασκευή, για την ακρίβεια) της Οδύσσειας από τη συμπατριώτισσά του Emily Wilson, η οποία, εντούτοις, εκ των υστέρων αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση του πονήματός της με την ταινία του Nolan. Η ήδη πανταχόθεν βαλλόμενη Nyong'o (12 Χρόνια Σκλάβος, Εμείς), πάλι, εξέπληξε ακόμα πιο δυσάρεστα τη μερίδα του φιλοθεάμονος κοινού που θα προτιμούσε πιστότητα στο πρωτότυπο, διατεινόμενη ότι δεν είχε ποτέ διαβάσει τα ομηρικά έπη και πως ο Όμηρος χρειάζεται... αυστηρή επίπληξη για τον ελάχιστο (!) χρόνο που αφιερώνει στους γυναικείους του χαρακτήρες. Σου λέει, αρχαίο κείμενο, αντρικό όνομα ποιητή, ε, σιγά μην είχε αυτός δώσει ρόλο στις γυναίκες. Ας αμολήσω μια "αντιπατριαρχική" εξυπνάδα, που είναι και της μοδός. Εν τω μεταξύ, οι αληθινές πρωταγωνίστριες ειδικά της Οδύσσειας είναι οι θηλυκές παρουσίες - θεές, θεότητες, ημίθεες, θνητές, ως και κακοποιά τερατόμορφα όντα σαν τη Σκύλλα, τη Χάρυβδη και τις Σειρήνες. Αυτές κινούν τα νήματα του δράματος και στην ουσία χαράζουν την πορεία του ήρωα απ' την αρχή (Ελένη, Μούσα, Αθηνά, Ναυσικά) ως το τέλος (Λευκοθέα, Ευρύκλεια, Πηνελόπη), ορίζοντας τους καίριους ενδιάμεσους σταθμούς της (Κίρκη, Καλυψώ).

Πέρα απ' τους εμφανείς ετεροχρονισμούς στο cast, στα σκηνικά και στα κοστούμια και την παράλειψη κομβικών σκηνών (το ξέβρασμα του Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων, τη συνάντηση με τη μητέρα του Αντίκλεια στον Άδη, το ξεπλάνεμα των συντρόφων του από τους Λωτοφάγους, το ιδιοφυές ξεγέλασμα του Κύκλωπα Πολύφημου, τη σύμπραξη του Τηλέμαχου στη μνηστηροφονία), η κατά Nolan Οδύσσεια βρίθει και από ανιστόρητες σεναριακές προσθήκες, όπως η αναφορά στους άγνωστους (ή τουλάχιστον ακαταλογογράφητους), τότε, Λαούς της Θάλασσας, η... διερμηνεία των Ελληνικών για χάρη του προφανώς αγγλόφωνου Οδυσσέα, το χαράκωμα του προσώπου της Ελένης από τον εκδικητικό απατημένο σύζυγό της, ή οι δήθεν απειλές του Αγαμέμνονα προκειμένου να πειστεί ο Οδυσσέας να λάβει μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Και το χειρότερο, ο ταυτόχρονος αποκεφαλισμός από τους συστρατιώτες του ενός αγάλματος της Αθηνάς (;) και μιας ιέρειας η οποία, στην αρχή του φιλμ, εμφανίζεται στον Οδυσσέα με τη μορφή της θεάς. Πράγμα παντελώς ανεπίτρεπτο σε μια εποχή όπου οι θεοί δεν εκλαμβάνονταν ως αφηρημένες έννοιες, αλλά ως υπαρκτές οντότητες που συνυπήρχαν με τους θνητούς, μετείχαν στην καθημερινότητά τους και η λατρεία τους με όλες τις τελετουργικές εκφάνσεις της ήταν αδιαπραγμάτευτη. Αφού οι Αχαιοί και οι Τρώες πίστευαν στους ίδιους θεούς, το να πειράξει η μια πλευρά ναούς, αγάλματα θεών και ιερείς της άλλης αποτελούσε την υπέρτατη ύβρη. Οι ναοί και τα ιερά ήταν άσυλα απαράβατα, των οποίων η παραμικρή βεβήλωση θα επέσυρε την τρομερή θεϊκή μήνη και τιμωρία. Όπως συνέβη στην Ιλιάδα με τη μεμονωμένη - και εξ ορισμού καταδικαστέα - περίπτωση του Αίαντος του Λοκρού, ο οποίος πλήρωσε με τα λογικά του (και εν τέλει με τη ζωή του) την προσβολή του ιερού της Αθηνάς και την αρπαγή της Κασσάνδρας.

Καθώς ο Nolan δεν μας έχει συνηθίσει σε παρόμοιες πασιφανείς προθέσεις εκβιασμού του συναισθήματος, απόρησα με το ότι καταδέχτηκε να προσφύγει σε τέτοιου τύπου φτηνιάρικες, χοντροκομμένες σεναριακές "μαγγανείες" - κάθε άλλο παρά αντάξιες του υπέροχου Prestige του. Εάν ορθώς εννόησα, επέλεξε να αντιστρέψει τη λογική του μύθου: αντί να αναδείξει και να αξιοποιήσει τις ήδη υπάρχουσες αλληγορίες, φορτώνει τον αρχαίο μύθο με σύγχρονες αντιλήψεις και προβληματισμούς, χρησιμοποιώντας τον ως απλό περίβλημα και "κράχτη". Ο κεντρικός ήρωας μετατρέπεται σε αντι-ήρωα και τα "τέρατα" που αντιμετωπίζει στη διάρκεια του ταξιδιού του, αποκτούν πολύ διαφορετικές παραμέτρους και συνδηλώσεις μες στα καινοφανή ιδεολογικά τους συμφραζόμενα.

Αυτές ήταν οι σκέψεις μου ενώ έπεφταν οι τίτλοι τέλους - και αν την ώρα εκείνη μου ζητούσε κανείς να περιγράψω τι είδα, δεν ξέρω αν θα ήμουν σε θέση να απαντήσω. Όχι από δέος, αλλά από αμηχανία. Το "απόλυτο αριστούργημα" δεν μου άφησε καν εντυπώσεις ώστε να μπορώ να τις περιγράψω. Σ' όλη τη διάρκεια της προβολής, είχα μια αίσθηση πως κάτι μού διέφευγε, σαν να προσπαθούσα να συναρμολογήσω σκόρπια κρυπτικά μισόλογα που έπιανε το αυτί μου από κουβέντα τρίτων. Αργότερα, ωστόσο, ενώ το πρώτο σοκ υποχωρούσε και ξεκαθάριζε το τοπίο, άρχισε δειλά να μου γεννιέται μια υποψία. Είχα ακούσει (όπως και τελικά διαπίστωσα) ότι τα περισσότερα εκτός τόπου και χρόνου οπτικά στοιχεία του φιλμ παρέπεμπαν άμεσα ή έμμεσα στις προηγούμενες ταινίες του Nolan, και ίσως σε έργα που δεν έχει ακόμα γυρίσει, αλλά ετοιμάζει ή οραματίζεται. Κίνηση που όχι εντελώς παράλογα, εισπράχτηκε από τους σφοδρούς ή και τους πιο συγκρατημένους επικριτές του ως δείγμα ναρκισσιστικής αυτοαναφορικότητας. Αν όμως δεν είναι ακριβώς έτσι;

Όσο και αν κανείς δεν είναι (και δεν πρέπει να είναι) στο απυρόβλητο της κριτικής, ούτε κι εγώ θεώρησα ποτέ τους δημιουργούς που θαυμάζω παντελώς ανίκανους να αποτύχουν σε κάποιες τους απόπειρες, εξακολουθούσε να με ενοχλεί το ότι με το τρανταχτό πρωτογενές υλικό και τον προϋπολογισμό που είχε στα χέρια του, ένας ευφυής, αν μη τι άλλο, σκηνοθέτης σαν τον Nolan κατέληξε να φτιάξει ΑΥΤΟ. Ένα πράγμα συγκεχυμένο, ανερμάτιστο, μες στη μαυρίλα και την ηττοπάθεια, το οποίο διαμετρικά αντιβαίνει στον χειμαρρώδη και ολοζώντανο, διανθισμένο συχνά με πνευματώδες χιούμορ ομηρικό ποιητικό λόγο. Κι έναν Οδυσσέα που σέρνει διαρκώς τα πόδια του, περιφέροντας το φορτίο της κακιάς του της μοίρας σαν τον Σίσυφο - βαριά, υποτονική καρικατούρα, οριακά, του αρχέτυπα πολυμήχανου και πολύτροπου ομηρικού ήρωα, ο οποίος συγκεντρώνει και προσωποποιεί την πεμπτουσία της ελληνικής ψυχής και ιδιοσυγκρασίας: παμπόνηρος μα και ακέραιος, ικανός να τα βγάλει πέρα με κάθε εμπόδιο, δαιμόνια εφευρετικός μπροστά στα πιο αποθαρρυντικά αδιέξοδα, αδίστακτος και συγχρόνως διπλωμάτης όπου χρειάζεται, αλλά και ακλόνητα προσηλωμένος στους ευγενείς του στόχους.

Η ταινία ερμηνεύτηκε γενικά ως πικρό σχόλιο για την παρακμή του δυτικού πολιτισμού (η οποία παραλληλίζεται με τη δύση της Εποχής του Χαλκού, σηματοδοτούμενη από την πτώση της Τροίας), με όχι ιδιαίτερα συγκαλυμμένες αναφορές σε τωρινά, υπό εξέλιξη γεγονότα παγκόσμιας εμβέλειας και ενδιαφέροντος. Πράγματα, δηλαδή, αρκετά... φαγωμένα στη μάπα ώστε σχεδόν να μην κάνουν αίσθηση στον στοιχειωδώς σκεπτόμενο και ουσιωδώς προβληματισμένο θεατή. Μήπως όμως ο σύγχρονος Βρετανός ποιητής εικόνων αποδεικνύεται εξίσου "πολύτροπος" με τον ομηρικό Οδυσσέα (ουδόλως τυχαία, αν έχω δίκιο, η ανάθεση του ρόλου στον επίσης ξανθό και γαλανομάτη Damon), κρύβοντας τον δικό του Δούρειο Ίππο πίσω απ' τα κραυγαλέα "μηνύματα" που τόσο ενθουσίασαν τους αυτάρεσκα αυτοαποκαλούμενους "προοδευτικούς" οπαδούς του επιλεκτικού αναθεωρητισμού - φτιάχνοντας, δηλαδή, την απόλυτη "αντι-χολιγουντιανή" ταινία που είναι μαζί και "μετα-ταινία", προκειμένου να υπονομεύσει εκ των έσω τα όσα φαινομενικά ευαγγελίζεται;

Τι εννοώ; Πως αν βαθύτερος σκοπός του ήταν να δείξει τι βαρετό, άχρωμο (παρόλη την επιβεβλημένη... πολυχρωμία), ανούσια ηθικολογικό και υποτιμητικό για τη νοημοσύνη του κοινού "θέατρο παραλόγου" έχει καταντήσει η "εγκεκριμένα στρατευμένη" τέχνη των καιρών μας, ευθυγραμμιζόμενη με τους (και γραπτούς, πλέον) νόμους που τη διέπουν και αναγκασμένη να υφίσταται παρεμβάσεις που ουδεμία σχέση έχουν με το πρωταρχικό νόημα και την ύπαρξη αυτή καθαυτήν της τέχνης, το πέτυχε και με το παραπάνω. Μια δεύτερη θέαση θα ήταν πιθανώς χρήσιμη για επιβεβαίωση (ή αναίρεση) της εικασίας μου, μα και να με πληρώνουν, δεν του χαλαλίζω άλλο ένα τρίωρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :