Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Για ένα Πουκάμισο Αδειανό

Όπου η οθόνη βανδαλίζει την κλασική λογοτεχνία & οι "εκσυγχρονιστές" πιάνονται ντροπιαστικά αδιάβαστοι

Καθώς ουδέποτε με ένοιαξε να ακολουθήσω "οπαδικά" τις εκάστοτε ιδεολογίες/ιδεοληψίες του συρμού ώστε να μη χαρακτηριστώ εχθρός της προόδου και διάφορα άλλα γλαφυρά, με όλο το θάρρος της γνώμης μου διαφωνώ και απογοητεύομαι με τον χειρίστως εννοούμενο "εκσυγχρονισμό" θρυλικών, κοσμαγάπητων ηρώων από την παγκόσμια κλασική λογοτεχνία, που τείνουν να παρουσιάζονται στη μικρή ή στη μεγάλη οθόνη ολοένα και πιο "μεταλλαγμένοι", σε βαθμό ώστε να γίνονται αγνώριστοι και ο αρχικός τους λόγος ύπαρξης να χάνει σχεδόν κάθε νόημα.

Ο δαιμόνιος δικηγόρος Perry Mason, λόγου χάρη, ο οποίος στα μυθιστορήματα του δημιουργού του, Erle Stanley Gardner, όσο και στις δυο πρώτες τηλεοπτικές μεταφορές τους (1957-1966 & 1973-1974), περιγράφεται ως υποδειγματικά αδιάφθορος, άψογος στους τρόπους και πολυμαθής διανοούμενος. Ωστόσο, η πλέον πρόσφατη τηλεοπτική του ενσάρκωση (2020–2023) λίγο πολύ τον μεταμορφώνει σε... ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη: έναν μεθύστακα, ανεπρόκοπο τζογαδόρο και οριακά ζιγκολό, ο οποίος έχει από χρόνια παρατήσει τις νομικές σπουδές του για να βυθιστεί στις κραιπάλες και στις καταχρήσεις και αναγκάζεται με μεγάλη απροθυμία να πάρει το πτυχίο του και ν' αρχίσει να αναλαμβάνει υποθέσεις ως ασκούμενος, μπας και ξεπληρώσει τα χρέη του (!). Ποιος; Ο Perry Mason, που ο συγκρατημένος τρόπος ζωής, το πάθος για τη δουλειά του και η βαθύτατη γνώση του αντικειμένου της αποτελούν τα άμεσα αναγνωρίσιμα δομικά υλικά της προσωπικότητας και της όλης μυθιστορηματικής του υπόστασης.

Ή η βαριόμοιρη νεαρή ερευνήτρια Nancy Drew - πρωταγωνίστρια σε πάνω από 200 βιβλία (1930-2003) και μια παλιότερη τηλεοπτική σειρά 13 επεισοδίων (1995) - η οποία υπήρξε πρωτοποριακά θετικό πρότυπο θηλυκού "geek" για τα κορίτσια της εποχής της, και που σε μια απόπειρα εκμοντερνισμένης αναβίωσης (2019–2023), προκειμένου να προσελκύσει το σημερινό νεανικό κοινό, την κατάντησαν εξώλης και προώλης, ενώ τα μυστήρια που καλείται να εξιχνιάσει ξεπέφτουν σε απλοϊκές, χιλιοαναμασημένες ιστορίες φαντασμάτων χωρίς το παραμικρό ρεαλιστικό υπόβαθρο.

Ανάλογη τύχη περίμενε, αρκετά παλιότερα μάλιστα, τις Ερωτευμένες Γυναίκες του D. H. Lawrence και το Δωμάτιο με Θέα του E. M. Forster, στις "αναθεωρημένες" τηλεοπτικές τους διασκευές από το BBC (καμιά απολύτως σχέση με τα αντίστοιχα κινηματογραφικά αριστουργήματα του Ken Russell και του James Ivory). Απ' τις οποίες διασκευές, η πρώτη δίνει ρεσιτάλ δηθενιάς σ' ένα απερίγραπτο αλαλούμ όπου κυριολεκτικά δεν καταλαβαίνεις Χριστό, ενώ η δεύτερη αλλάζει δραστικά το τέλος του πρωτοτύπου, στέλνοντας τον αντιρρησία συνείδησης George να... σκοτωθεί στον πόλεμο και τη χήρα, πλέον, Lucy να τα φτιάξει με έναν αμαξά στην Ιταλία. Να μην πω και για την Επιστροφή στο Brideshead του 2008 (πάλι καμιά απολύτως σχέση με την πανέμορφη τηλεοπτική σειρά της δεκαετίας του '80) - μια καταθλιπτική, ανερμάτιστη ασυναρτησία που υποβιβάζει αισχρά τους ήρωες (ιδίως τον καημένο τον Sebastian) σε σχεδόν γελοιογραφικές χαλκομανίες τίγκα στο αναχρονιστικό στερεότυπο, εξευτελίζοντας τις τολμηρά πολύπτυχες πνευματικές, καλλιτεχνικές και ερωτικές τους αναζητήσεις.

Κι αυτά είναι ελάχιστα μονάχα παραδείγματα μεταξύ, δυστυχώς, πάμπολλων άλλων. Τα οποία δεν εξυπηρετούν σε τίποτα πέρα απ' το να "σοκάρουν", σ' εναν μάταιο αγώνα συγκάλυψης του κοινού τους θεμελιώδους προβλήματος: της τραγικής έλλειψης "φρέσκων" μυθοπλαστικών ιδεών, της ανικανότητας να επινοήσουν και να αφηγηθούν ιστορίες όντως ελκυστικές, που δεν θα έχουν ανάγκη φανταχτερού περιτυλίγματος και εκβιασμού, ουσιαστικά, των εντυπώσεων. Οι τίτλοι και σκόρπια στοιχεία των πασίγνωστων και εμβληματικών πρωτοτύπων/αρχετύπων δεν χρησιμεύουν παρά ως "κράχτες". Αντί να εμβαθύνουν στη σημασία και στα μηνύματα έργων που έχουν αντέξει στους αιώνες, οι "σύγχρονες" προσεγγίσεις τα ισοπεδώνουν, τα μπασταρδεύουν και τα τρίβουν στα μούτρα των θεατών σαν ρηχές, απροκάλυπτες ηθικολογίες και κηρύγματα. Λαϊκισμός και δημαγωγία στο έπακρο. Όμως τα κλασικά έργα επιβιώνουν και αντιστέκονται στο χρόνο ακριβώς επειδή οι δημιουργοί τους έχουν βρει και διατηρήσει πολύτιμες μα και επικίνδυνα λεπτές ισορροπίες στις δόσεις των συστατικών, στο χτίσιμο και στο ξετύλιγμα πλοκής και χαρακτήρων. Με το να παρεμβαίνει κανείς σε ήδη άρτιο, άψογα δουλεμένο υλικό νομίζοντας πως θα το "εμπλουτίσει" ή θα το "αναβαθμίσει" κατακρεουργώντας το, κρεμώντας του κουδούνια και μετατρέποντάς το σε αλλοπρόσαλλη σούπα, αφενός υποτιμά αναίσχυντα τη νοημοσύνη του κοινού και αφετέρου, απλώς προδίδει τις δικές του δημιουργικές αδυναμίες, υπονομεύοντας ή ακόμα και καταστρέφοντας ολοσχερώς το συνολικό αποτέλεσμα.

Να σημειωθεί ότι κανένα από τα παραπάνω φιλόδοξα εγχειρήματα δεν τελεσφόρησε όπως επιδιωκόταν. Η αλαζονικά αυτάρεσκη ασέβεια προς τα πρωτότυπα έργα, η υπεραπλούστευση και το άδειασμα απ' το υπόστρωμα και την πολυεπίπεδη ουσία των νοημάτων τους, η εξαφάνιση των αλληγορικών ή/και παραβολικών τους προεκτάσεων για "χάιδεμα" ενός μέρους του φιλοθεάμονος κοινού στο οποίο ο δεύτερος βαθμός της έκφρασης τείνει να γίνεται όλο και πιο δυσπρόσιτος, ήταν μοιραίο να γυρίσει μπούμερανγκ. Ευτυχώς που εξακολουθεί να υπάρχει κόσμος με ικανότητα σκέψης και κρίσης, ο οποίος δεν διστάζει να τους ρίξει άκυρο παρά την πανηγυρική αποδοχή και προβολή τους από την "εντεταλμένη" κριτική. Αλλά μυαλό δεν βάζει η βιομηχανία του θεάματος.

Και μια και το φέρνει η κουβέντα, σαν να παρατράβηξε ο χαμός των τελευταίων ημερών με αφορμή την Οδύσσεια (και καλά) του κατά τα άλλα αξιόλογου και ενδιαφέροντος σκηνοθέτη κ. Nolan (εκπληκτικά παρεμπιπτόντως τα Memento, Inception και Prestige του). Τον βαρέθηκε πια και η βαρεμάρα. Δεν είναι προώθηση ταινίας αυτό, αλλά προβοκάτσια για την προβοκάτσια. Απροκάλυπτη κοινωνική μηχανική, που υποδαυλίζει, εξωθεί στα άκρα και εργαλειοποιεί πανταχόθεν και παντοιοτρόπως το διχασμό των αντιδράσεων. Ο εκβιασμός των εντυπώσεων που λέγαμε. Έχω την αίσθηση ότι επίτηδες, για λόγους marketing, το συγκεκριμένο φιλμ προωθείται σαν καλλιτεχνικό επίτευγμα μέγιστης πολιτισμικής βαρύτητας, λες και έχει καμιά δύναμη ή αρμοδιότητα να επικυρώσει ή να ακυρώσει τον ελληνικό πολιτισμό.

Σε τελική ανάλυση, δεν παύει να πρόκειται για μια ακόμα ταινία ανάμεσα στο πλήθος των υπόλοιπων, και η οποία αν αξίζει να πατώσει, θα πατώσει. Όσο χρήμα κι αν έπεσε στο γύρισμά της, όσο "εναλλακτικά" σπουδαίος κι αν θεωρείται ο σκηνοθέτης της, όσο ντόρο και αν ξεσήκωσε προτού καν προβληθεί. Όσο και αν τσακίστηκαν να την αποθεώσουν οι "επαγγελματίες" κριτικοί που την παρακολούθησαν σε avant-premiere, σε αντιδιαστολή με τη σχεδόν ομόψυχη, εντονότατα αρνητική στάση του κοινού.

Το ουσιώδες ζήτημα εδώ είναι ότι το δικό μας Υπουργείο Πολιτισμού έκρινε, προφανώς, πρέπον και λογικό να σκάσει κάτι εκατομμύρια ευρώ (που δεν μας τρέχουν δα κι απ' τα μπατζάκια) σε μια μη εγχώρια υπερπαραγωγή, βασισμένη στην αγγλική απόδοση της ομηρικής Οδύσσειας από την Emily Wilson (η οποία, απ' όσο οι γνώσεις μου της αρχαίας Ελληνικής μού επιτρέπουν να διαπιστώσω, έχει διαπράξει ορισμένες σοβαρές ερμηνευτικές ατασθαλίες και αυτοσχεδιαστικές αυθαιρεσίες), ενώ παράλληλα τρομάζει να χρηματοδοτήσει Έλληνες δημιουργούς, με τη δικαιολογία ότι δεν υπάρχουν οικονομικοί πόροι...

LIVE @ ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

LIVE @ ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

LIVE @ ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

LIVE @ ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια :