Όταν η οθόνη βανδαλίζει την κλασική λογοτεχνία
Καθώς ουδέποτε με ενδιέφερε να ακολουθήσω "οπαδικά" τις εκάστοτε ιδεολογίες του συρμού ώστε να μη χαρακτηριστώ... εχθρός της προόδου, διαφωνώ κάθετα και κατηγορηματικά με τον χειρίστως εννοούμενο "εκσυγχρονισμό" εμβληματικών και αγαπημένων ηρώων από την παγκόσμια κλασική λογοτεχνία, που τείνουν να παρουσιάζονται στη μικρή ή στη μεγάλη οθόνη όλο και πιο "μεταλλαγμένοι", σε βαθμό ώστε να γίνονται αγνώριστοι και ο αρχικός τους λόγος ύπαρξης να χάνει σχεδόν κάθε νόημα.
Τον δαιμόνιο δικηγόρο Perry Mason, λόγου χάρη, ο οποίος στα μυθιστορήματα του δημιουργού του, Erle Stanley Gardner, όσο και στις δυο πρώτες τηλεοπτικές μεταφορές τους (1957-1966 & 1973-1974), περιγράφεται ως υποδειγματικά αδιάφθορος, άψογος στους τρόπους και πολυμαθής διανοούμενος. Η πλέον πρόσφατη τηλεοπτική του ενσάρκωση (2020–2023) τον μεταμορφώνει σε... ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη: έναν μεθύστακα, ανεπρόκοπο τζογαδόρο και οριακά ζιγκολό, ο οποίος έχει από χρόνια παρατήσει τη δικηγορία για να βυθιστεί στις κραιπάλες και στις καταχρήσεις και αναγκάζεται να αναλάβει ξανά υποθέσεις μπας και ξεπληρώσει τα χρέη του.
Ή τη βαριόμοιρη νεαρή ερευνήτρια Nancy Drew - πρωταγωνίστρια σε πάνω από 200 βιβλία (1930-2003) και μια παλιότερη τηλεοπτική σειρά 13 επεισοδίων (1995) - πρωτοποριακά θετικό πρότυπο θηλυκού "geek" για τα κορίτσια της εποχής της, που σε μια απόπειρα εκμοντερνισμένης αναβίωσης και προκειμένου να προσελκύσει το σημερινό νεανικό κοινό, την κατάντησαν εξώλης και προώλης, ενώ τα μυστήρια που καλείται να εξιχνιάσει ξεπέφτουν σε απλοϊκές, χιλιοαναμασημένες ιστορίες φαντασμάτων χωρίς το παραμικρό ρεαλιστικό υπόβαθρο.
Κι αυτά είναι δυο μονάχα παραδείγματα μεταξύ, δυστυχώς, πάμπολλων άλλων.
Να σημειωθεί ότι κανένα από τα δυο φιλόδοξα εγχειρήματα δεν σημείωσε, ωστόσο, την επιδιωκόμενη επιτυχία. Αν και κατάφεραν (με τα χίλια ζόρια) να διαρκέσουν τρεις σεζόν το πρώτο και τέσσερις (2019-2023) το δεύτερο, η γενική κατακραυγή εναντίον τους όλο και δυνάμωνε, ενώ τα νούμερα τηλεθέασης καταποντίζονταν ολοταχώς. Αλλά μυαλό δεν βάζει η βιομηχανία του θεάματος.
Και μια και το φέρνει η κουβέντα, σαν να παρατράβηξε ο χαμός των τελευταίων ημερών με αφορμή την Οδύσσεια (και καλά) του κατά τα άλλα αξιόλογου και ενδιαφέροντος σκηνοθέτη κ. Nolan (εκπληκτικά παρεμπιπτόντως τα Memento, Inception και Prestige του). Τον βαρέθηκε πια και η βαρεμάρα.
Δεν είναι προώθηση ταινίας αυτό, αλλά προβοκάτσια για την προβοκάτσια. Απροκάλυπτη κοινωνική μηχανική, που υποδαυλίζει, εξωθεί στα άκρα και εργαλειοποιεί πανταχόθεν και παντοιοτρόπως το διχασμό των αντιδράσεων.
Έχω την αίσθηση ότι επίτηδες, για λόγους marketing, το συγκεκριμένο φιλμ προωθείται σαν καλλιτεχνικό επίτευγμα υψίστης πολιτισμικής σημασίας, λες και έχει καμιά δύναμη ή αρμοδιότητα να επικυρώσει ή να ακυρώσει τον ελληνικό πολιτισμό.
Σε τελική ανάλυση, δεν παύει να πρόκειται για μια ακόμα ταινία ανάμεσα στο πλήθος των υπόλοιπων, και η οποία αν αξίζει να πατώσει, θα πατώσει. Όσο χρήμα κι αν έπεσε στο γύρισμά της, όσο "εναλλακτικά" σπουδαίος κι αν θεωρείται ο σκηνοθέτης της, όσο ντόρο και αν ξεσήκωσε προτού καν προβληθεί. Όσο και αν τσακίστηκαν να την αποθεώσουν οι "επαγγελματίες" κριτικοί που την παρακολούθησαν σε avant-premiere, σε αντιδιαστολή με τη σχεδόν ομόψυχη, εντονότατα αρνητική στάση του κοινού.
Το ουσιώδες ζήτημα εδώ είναι ότι το δικό μας Υπουργείο Πολιτισμού έκρινε, προφανώς, πρέπον και λογικό να σκάσει κάτι εκατομμύρια ευρώ (που δεν μας τρέχουν δα κι απ' τα μπατζάκια) σε μια μη εγχώρια υπερπαραγωγή, βασισμένη στην αγγλική απόδοση της ομηρικής Οδύσσειας από την Emily Wilson (η οποία, απ' όσο οι γνώσεις μου της αρχαίας Ελληνικής μου επιτρέπουν να διαπιστώσω, έχει διαπράξει ορισμένες σοβαρές ερμηνευτικές ατασθαλίες και αυτοσχεδιαστικές αυθαιρεσίες), ενώ παράλληλα τρομάζει να χρηματοδοτήσει Έλληνες δημιουργούς, με τη δικαιολογία ότι δεν υπάρχουν οικονομικοί πόροι...
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου