Η απρόσιτη αυτοκρατορία των ενδιάμεσων
Πρόσφατος τηλεφωνικός μου διάλογος με υπεύθυνη γραμματείας σε θέατρο, για να δω και να παρουσιάσω παράσταση έργου που σπανιότατα ανεβαίνει στην Ελλάδα.
Αν γινόταν το εικοσιτετράωρο να έχει άλλες τόσες ώρες, και πάλι δεν θα έφταναν! Το γράψιμο δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση όσο πιθανώς φαίνεται ή θεωρείται. Πρόκειται τόσο για πνευματική διεργασία, όσο και για χειρωνακτική εργασία που απαιτεί χρόνο, κόπο και αδιάλειπτη συγκέντρωση. Και όμως, το αγαπώ και το χαίρομαι αφάνταστα - μου αρέσει να γράφω, να παίζω με τις λέξεις και τα νοήματα, να κρύβω γρίφους σε "αθώες" φράσεις και να ενθουσιάζομαι αν τυχόν κάποιος, μια στο τόσο, τους εντοπίσει. Ακόμα και τις κριτικές παρουσιάσεις τις βλέπω σαν κείμενα καθαρά δημιουργικά, όπου δεν υπάρχει λόγος να μη βάλω όλη μου την τέχνη. Αυτό σημαίνει ώρες πολλές μπροστά στον υπολογιστή, ξενύχτι με απανωτούς καφέδες και καμιά πασιέντζα αράχνη (με τέσσερα χρώματα) για να αλλάζουμε παραστάσεις. Αυτή η δουλειά δεν έχει συγκεκριμένη ρουτίνα: μέρες ολόκληρες απραξίας και ξαφνικά, τρομερή υπερδραστηριότητα. Διάβασμα, θέατρο, σινεμά, συναντήσεις, πρωινά, μεσημέρια και βραδιές πιασμένα στη σειρά για τα άρθρα που πρέπει να γραφτούν, τις συνεντεύξεις που πρέπει να απομαγνητοφωνηθούν και να μεταφραστούν. Σημειώσεις νοερές ή σε ό,τι χαρτί βρεθεί πρόχειρο, συνειρμοί, διαπαραπομπές: η μια ιδέα οδηγεί στην άλλη, ακόμα και την ιερή ώρα του ύπνου. Και μουσική, πάντα μουσική, από εναλλακτικά διαδικτυακά ραδιόφωνα ή τα ακουστικά του MP3. Συχνά η μέρα γίνεται νύχτα και η νύχτα μέρα - ξημερώνει ή βραδιάζει και δεν το έχω πάρει είδηση. Όποτε βρω ευκαιρία, περπατάω. Πεζοπορία με τις ώρες, με τη φωτογραφική μηχανή σε επιφυλακή. Όπου με βγάλει ο δρόμος. Φωτογραφίζω graffiti, αστικά ερείπια, σκηνές του δρόμου, πεταμένα αντικείμενα, την ενδημική πανίδα της πόλης: γατιά, σκυλιά, σπουργίτια, περιστέρια (κάποτε τα ζωγράφιζα κιόλας, τώρα δεν έχω υπομονή). Άλλοτε, πάλι, βόλτες και καφεδάκι με αγαπημένα πρόσωπα, συζητήσεις, θεωρίες, φιλοσοφικές αναλύσεις. Και ατέλειωτο χάζι σε βιβλιοπωλεία - κάποτε είχαμε και τα δισκοπωλεία, αλλά ο θεσμός δυστυχώς ατόνησε...
Αριστουργηματικός διάλογος μεταξύ Νίκου Δαδινόπουλου και Αγγέλας Γιουράντη, από την ταινία του Ορέστη Λάσκου Ο Χαζομπαμπάς (1967).
Ο κλειδαράς κατέφθασε ενώ παίζαμε τριόδι έξω απ' το οίκημα, με τη νοτερή δροσιά του ευραπηλιώτη να μας θυμίζει πως η ώρα ήταν περασμένη και δεν θ' αργούσε να πέσει το βράδυ. Ξαφνιαστήκαμε βλέποντάς τον να κραδαίνει μια χωροστάθμη, ντυμένος μ' έναν ποδήρη χιτώνα σε αρχαίο στυλ. Τι το 'θελε το τοπογραφικό εργαλείο ο κλειδαράς; Αμέ τον αρχαίο χιτώνα; Δεν είχαν έρθει ακόμα οι Απόκριες.
Καθώς η μάνα του ανακάτευε το σιρόπι για τα μελομακάρονα, εκείνο κοίταζε περίεργο την πλατιά μεταλλική κουτάλα που κρεμόταν πάνω απ' τον πάγκο της κουζίνας. Στη ρηχή της κοιλότητα καθρεφτιζόταν ένα θέαμα αλλόκοτο: ένα αναποδογυρισμένο, άτεχνα σκιτσαρισμένο πρόσωπο, σχεδόν άμορφο απ' τα μάτια και πάνω, γεμάτο κόκκινες και μπλάβες στάμπες.
Από τότε που κληρονόμησε το ξαντήριο της θειας του, έγινε τυραννίσκος. Επιστατούσε το προσωπικό με πυγμή σιδερένια και καμιά ανοχή στην απειθαρχία. Κι η σκληρότητά του δεν περιοριζόταν στη δουλειά, μα και στο σπίτι του είχε καταντήσει αφόρητος. Δεν περνούσε μέρα που να μη λογοφέρει έστω και μια φορά με τη γυναίκα του, η οποία ήταν λαίμαργη και τρελαινόταν για γλυκά. Την κατηγορούσε ότι καταβρόχθιζε κυριολεκτικά την κοινή τους περιουσία και απειλούσε να τη χωρίσει έτσι και συνέχιζε το ίδιο βιολί.