Μαρτυρίες Ποντίων προσφύγων
Ο σκηνοθέτης ήταν πεπεισμένος ότι η νέα του παράσταση θα ξετρέλαινε ως και το πιο απαιτητικό κοινό. Με παιδιάστικο ενθουσιασμό έβγαινε σ' όλες τις εκπομπές της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου και διατεινόταν πως είχε φτάσει στο απόγειο της καριέρας του - και μόλις κατέβαινε το έργο, ο ίδιος σκόπευε πια να αποσυρθεί. Δεν θεωρούσε ότι θα κατάφερνε ποτέ να ξεπεράσει αυτό το επίτευγμα, που ωστόσο δεν είχε καν παρουσιαστεί ακόμα.
Ήταν πνευματώδης, οπωσδήποτε, κοινωνός πάντοτε των νέων ιδεών. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορούσε να μη θαυμάζει και την κομψοτεχνία των παλιών εργοχείρων, το περίτεχνο τρυπογάζι στα σχεδόν χαρτογραφικά σχέδια που πλαισιώνονταν από τα τελάρα του κεντήματος. Είχε, μάλιστα, στο δωμάτιό της ένα παλιομοδίτικο λεγένι, που έπαιζε ρόλο κυρίως διακοσμητικό.
Αν γινόταν το εικοσιτετράωρο να έχει άλλες τόσες ώρες, και πάλι δεν θα έφταναν! Το γράψιμο δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση όσο πιθανώς φαίνεται ή θεωρείται. Πρόκειται τόσο για πνευματική διεργασία, όσο και για χειρωνακτική εργασία που απαιτεί χρόνο, κόπο και αδιάλειπτη συγκέντρωση. Και όμως, το αγαπώ και το χαίρομαι αφάνταστα - μου αρέσει να γράφω, να παίζω με τις λέξεις και τα νοήματα, να κρύβω γρίφους σε "αθώες" φράσεις και να ενθουσιάζομαι αν τυχόν κάποιος, μια στο τόσο, τους εντοπίσει. Ακόμα και τις κριτικές παρουσιάσεις τις βλέπω σαν κείμενα καθαρά δημιουργικά, όπου δεν υπάρχει λόγος να μη βάλω όλη μου την τέχνη. Αυτό σημαίνει ώρες πολλές μπροστά στον υπολογιστή, ξενύχτι με απανωτούς καφέδες και καμιά πασιέντζα αράχνη (με τέσσερα χρώματα) για να αλλάζουμε παραστάσεις. Αυτή η δουλειά δεν έχει συγκεκριμένη ρουτίνα: μέρες ολόκληρες απραξίας και ξαφνικά, τρομερή υπερδραστηριότητα. Διάβασμα, θέατρο, σινεμά, συναντήσεις, πρωινά, μεσημέρια και βραδιές πιασμένα στη σειρά για τα άρθρα που πρέπει να γραφτούν, τις συνεντεύξεις που πρέπει να απομαγνητοφωνηθούν και να μεταφραστούν. Σημειώσεις νοερές ή σε ό,τι χαρτί βρεθεί πρόχειρο, συνειρμοί, διαπαραπομπές: η μια ιδέα οδηγεί στην άλλη, ακόμα και την ιερή ώρα του ύπνου. Και μουσική, πάντα μουσική, από εναλλακτικά διαδικτυακά ραδιόφωνα ή τα ακουστικά του MP3. Συχνά η μέρα γίνεται νύχτα και η νύχτα μέρα - ξημερώνει ή βραδιάζει και δεν το έχω πάρει είδηση. Όποτε βρω ευκαιρία, περπατάω. Πεζοπορία με τις ώρες, με τη φωτογραφική μηχανή σε επιφυλακή. Όπου με βγάλει ο δρόμος. Φωτογραφίζω graffiti, αστικά ερείπια, σκηνές του δρόμου, πεταμένα αντικείμενα, την ενδημική πανίδα της πόλης: γατιά, σκυλιά, σπουργίτια, περιστέρια (κάποτε τα ζωγράφιζα κιόλας, τώρα δεν έχω υπομονή). Άλλοτε, πάλι, βόλτες και καφεδάκι με αγαπημένα πρόσωπα, συζητήσεις, θεωρίες, φιλοσοφικές αναλύσεις. Και ατέλειωτο χάζι σε βιβλιοπωλεία - κάποτε είχαμε και τα δισκοπωλεία, αλλά ο θεσμός δυστυχώς ατόνησε...
Αριστουργηματικός διάλογος μεταξύ Νίκου Δαδινόπουλου και Αγγέλας Γιουράντη, από την ταινία του Ορέστη Λάσκου Ο Χαζομπαμπάς (1967).
Ο κλειδαράς κατέφθασε ενώ παίζαμε τριόδι έξω απ' το οίκημα, με τη νοτερή δροσιά του ευραπηλιώτη να μας θυμίζει πως η ώρα ήταν περασμένη και δεν θ' αργούσε να πέσει το βράδυ. Ξαφνιαστήκαμε βλέποντάς τον να κραδαίνει μια χωροστάθμη, ντυμένος μ' έναν ποδήρη χιτώνα σε αρχαίο στυλ. Τι το 'θελε το τοπογραφικό εργαλείο ο κλειδαράς; Αμέ τον αρχαίο χιτώνα; Δεν είχαν έρθει ακόμα οι Απόκριες.