Δυο βραδιές με σατιρικούς αυτοσχεδιασμούς

Βασισμένη στα μυθιστορήματα του Άγγλου κλινικού ψυχολόγου Frank Tallis με πρωταγωνιστές τον επιθεωρητή Oskar Reinhardt και τον ψυχίατρο Max Liebermann, η νέα αστυνομική σειρά εποχής του BBC Two διαδραματίζεται στη Βιέννη των αρχών του 20ού αιώνα, όπου η νεοφανής επιστήμη της εγκληματολογίας αγωνίζεται να επικρατήσει και να εξελιχθεί σε πείσμα των κοντόφθαλμων, οπισθοδρομικών κατεστημένων ιδεών για το ρόλο και τις μεθόδους της αστυνομίας, όπως και της ιατρικής. Συγγενές στο πνεύμα και τη θεματολογία με μια άλλη τηλεοπτική μεταφορά λογοτεχνικού έργου, την περσινή αμερικανική The Alienist (την οποία παρουσιάσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση), το Βιεννέζικο Αίμα δανείζεται τον τίτλο του από το περίφημο βαλς του Johann Strauss, τοποθετώντας τη δράση του στο υποβλητικό περιβάλλον της πενέμορφης αυτής ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, με την πυρετώδη καλλιτεχνική κίνηση, τις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και την αναπόφευκτη, υπόγεια είτε εμφανή εγκληματικότητα. Τόσο ο συγγραφέας, όσο και ο σεναριογράφος Steve Thompson (Sherlock, Doctor Who) αντιστρέφουν με ενδιαφέροντα τρόπο την εμβληματική σχέση του διδύμου Holmes/Watson, αντικαθιστώντας τον πρώτο με έναν παραδοσιακό, "ψημένο" μεσήλικα αστυνομικό (Jurgen Maurer) και βάζοντας έναν παγερά όμορφο, ιδιοφυώς διορατικό και λίγο "φευγάτο" νεαρό επιστήμονα (Matthew Beard) στη θέση του δεύτερου. Παρά το χάσμα στην ηλικία, την κοινωνική θέση, το χαρακτήρα και τις αντιλήψεις τους, ο Βιεννέζος μεσοαστός Reinhardt και ο αριστοκρατικός Βρετανός Liebermann καταφέρνουν να έρθουν κοντά, παραμερίζοντας τις διαφορές τους και ενώνοντας τις δυνάμεις τους για να λύσουν τα πιο περίπλοκα μυστήρια. Η... μέχρι παρεξηγήσεως στενή φιλία τους γίνεται, μάλιστα, αιτία (μεταξύ άλλων) να ματαιωθεί ο αρραβώνας του Liebermann με τη χαριτωμένη, μα κάπως ελαφρόμυαλη Clara (Luise von Finckh), ενώ η εμμονή του για την απόμακρη, αινιγματική βιολόγο Amelia Lydgate (Jessica De Gouw), την οποία θεράπευσε από το σοκ μιας τραυματικής εμπειρίας, τον ωθεί σε παράτολμες αποφάσεις. Τα τρία ενενηντάλεπτα επεισόδια της πρώτης σεζόν σκιαγραφούν αποτελεσματικά τις προσωπικότητες των δυο ηρώων, απογειώνοντας την απολαυστική τους χημεία καθώς, παράλληλα, μας ξεναγούν στις πιο απόκρυφες, σκοτεινές και επικίνδυνες πτυχές της ζωής πίσω απ' τη "βιτρίνα" της "αυτοκρατορικής πόλης". Χάρη στις καλές ερμηνείες, την υπέροχη φωτογραφία (Xiaosu Han & Andreas Thalhammer), την ατμοσφαιρική μουσική (Roman Kariolou) και το δεξιοτεχνικό μοντάζ (Peter Christelis), δικαιούμαστε να κάνουμε τα στραβά μάτια στους όποιους αναχρονισμούς και ιστορικές ανακρίβειες του σεναρίου και να συγχωρήσουμε τις ενίοτε "κοιλιές" της σκηνοθεσίας από το διακεκριμένο Ρουμάνο Robert Dornhelm (Σπάρτακος, Πόλεμος & Ειρήνη) και τον ολιγογράφο Τούρκο Umut Dag (CopStories, Tatort).

Το Sanitarium κυκλοφόρησε το 1999 από την αμερικανική DreamForge Intertainment (η οποία, δυστυχώς, έκλεισε δυο χρόνια αργότερα) και διατίθεται σήμερα μέσω Steam, προσαρμοσμένο στα σύγχρονα συστήματα από τη γαλλική DotEmu. Άκρως πρωτοποριακό για τον καιρό του βιντεοπαιχνίδι, με ευρηματικά, αν και όχι πάντα εύχρηστα ή άμεσα κατανοητά μενού και χειριστήρια, απίστευτα γραφικά και εντυπωσιακά ευφάνταστο "μύθο". Κεντρικός του ήρωας είναι ο Max Laughton, χαρισματικός επιστήμονας που έχει παγιδευτεί σ' ένα εφιαλτικά σουρεαλιστικό σύμπαν γεμάτο αινίγματα, δοκιμασίες, κινδύνους και σπαράγματα από αναμνήσεις. Ό,τι και να πούμε για την πλοκή του θα κάνει χαλάστρα ("ελληνιστί"... spoiler) για όποιον δεν το έχει υπόψη του. Οι τολμηρές υφολογικές του επιλογές - πόσο μάλλον αν αναλογιστούμε τις "εμβρυϊκές" δυνατότητες της εποχής εκείνης - σχεδόν σβήνουν τα 20 χρόνια του, ενώ εξελιγμένες εκδοχές της μηχανής του χρησιμοποιήθηκαν σε πολλά μεταγενέστερα παιχνίδια και η υπόθεσή του αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και σημείο αναφοράς για ακόμα περισσότερα.

Από τη μόλις 29χρονη Ισπανίδα Alice Waddington (ψευδώνυμο της πρώην διαφημίστριας και φωτογράφου μόδας Irene Lago Clavero) ένα θεσπέσιο οπτικά, ζοφερό παραμύθι με απροκάλυπτες παραπομπές στο Suspiria, το Blade Runner και το Παιχνίδι της Αποπλάνησης, καθώς και στον Tim Burton και τον Guillermo del Toro. Συνδυασμός Σταχτοπούτας και Χιονάτης μέσα σε υφολογικά και δραματουργικά συμφραζόμενα που διόλου τυχαία, θυμίζουν American Horror Story (από όπου έγινε ευρύτερα γνωστή και η πρωταγωνίστρια της ταινίας, Emma Roberts), το Paradise Hills από τη μια φανερώνει ξεκάθαρα τις σκηνοθετικές δυνατότητες της σχεδόν πρωτάρας Waddington (Disco Inferno) και απ' την άλλη προδίδει τη σχετική απειρία της, ιδίως στο χειρισμό της αλληγορίας ως μέσου αποδόμησης των πάσης φύσεως στερεοτύπων. Εξακολουθεί, ωστόσο, να είναι χάρμα οφθαλμών, με την αρκετά ενδιαφέρουσα (αν και όχι εντελώς πρωτότυπη) κεντρική ιδέα ενός δυστοπικού παραδείσου με στοιχεία αστικών μύθων και θεωριών συνωμοσίας, τυλιγμένη σ' ένα "χρυσόχαρτο" με εκθαμβωτικά μοτίβα δανεισμένα απ' το steampunk και τον Escher, ενώ η εξωπραγματικά όμορφη Milla Jovovich (Το Πέμπτο Στοιχείο, Cirque du Soleil - Solstrom) δίνει ρέστα σε μια εφιαλτική εξομοίωση της Elizabeth Bathory, αποζημιώνοντας για την... κατά συρροήν ιεροσυλία των ταινιών (και καλά) Resident Evil. Το φιλμ παρουσιάστηκε σε δεκάδες φεστιβάλ και απέσπασε ανάμεικτες κριτικές - με τις πιο άδικα αρνητικές να προέρχονται από τους συνήθεις υπερατλαντικούς υπόπτους, οι οποίοι αδυνατούν να συλλάβουν οτιδήποτε πέρα απ' την αυστηρή κυριολεξία και τους (προσβλητικούς για τη νοημοσύνη του υπόλοιπου κόσμου) ευφημισμούς της πολιτικής ορθότητας. Βλέπεται, πάντως, ευχάριστα παρά τα επιμέρους ελαττωματάκια του και η μικρή του διάρκεια (γύρω στα 90 λεπτά) το σώζει από τον κίνδυνο του πλατειασμού. Οι ερμηνείες των Danielle Macdonald (The Valley, Με τα Μάτια Κλειστά) και Eiza Gonzalez (From Dusk Till Dawn - The Series, Fast & Furious - Hobbs & Shaw), όπως και της φωνητικής ηθοποιού Awkwafina (Η Συμμορία των 8, Weird City), βάζουν τα γυαλιά στη χαριτωμένη, πλην μάλλον υποτονική Roberts (Ακατάλληλο για Ανηλίκους, Scream Queens), στην οποία για κάποιο λόγο δεν δείχνει να "έκατσε" καλά ο συγκεκριμένος ρόλος.

Έχοντας μόλις χωρίσει από τη δυναμική του φίλη Toni (η οποία τον απειλεί με... αποκεφαλισμό έτσι και την ξαναπλησιάσει), ο έξυπνος και εφευρετικός, αλλά ανεπρόκοπος Rufus καταστρώνει σχέδια για να το σκάσει επιτέλους απ' την Deponia, τον πλανήτη τους που έχει καταντήσει μια απέραντη χωματερή (Deponie στα Γερμανικά). Όταν μια φινετσάτη κυρία, η Goal, πέφτει κυριολεκτικά απ' τον ουρανό - την εναέρια παραδεισένια πολιτεία Elysium, ένα είδος Ουτοπίας απρόσιτης στους "τριτοκοσμικούς" κατοίκους της Deponia - ο Rufus τη βλέπει σαν το ανέλπιστο διαβατήριο για τη φυγή του. Όμως τα συναισθήματά του γι' αυτήν και η αποκάλυψη μιας συνωμοσίας που κινδυνεύει να οδηγήσει σε ολέθριο διαστημικό πόλεμο, περιπλέκουν αποκαρδιωτικά τα πράγματα... Υπέροχα γραφικά και μουσική, ξεσαλωμένο χιούμορ, εξωφρενικοί γρίφοι - με το "καλημέρα σας", πρέπει να πείσουμε την ατίθαση... οδοντόβουρτσά μας να ξεκολλήσει από μια ρωγμή του πατώματος - και τσουχτερός κοινωνικοπολιτικός σχολιασμός με την κάλυψη της κωμικής οικολογικής αλληγορίας, σ' ένα sui generis φουτουριστικό παιχνιδάκι που παρωδεί σουρεαλιστικά την ομηρική Ιλιάδα και την ιπποτική ποίηση του Μεσαίωνα, από την εξπέρ στα adventure, γερμανική Daedalic Entertainment. Ενώ αρχικά δεν γεμίζει και πολύ το μάτι από άποψη υπόθεσης, στην πορεία γίνεται συναρπαστικό και οριακά εθιστικό. Χάρη στην απρόσμενη διεθνή επιτυχία του, ακολούθησαν άλλοι τρεις τίτλοι (Chaos on Deponia, Goodbye Deponia και Deponia Doomsday), όπου ο εμπνευστής και δημιουργός της σειράς, σεναριογράφος και σκηνοθέτης Jan Muller-Michaelis (The Whispered World, Silence) άφησε τη φαντασία (και την... καφρίλα) του να οργιάσει. Αν ο Verne έγραφε μεθυσμένος ΚΑΙ μαστουρωμένος ταυτόχρονα και τον εικονογραφούσε ένας Kevin O'Neill σε παρόμοια κατάσταση, κάτι τέτοιο θα έβγαινε. Παρά την εμφανώς γελοιογραφική του διάθεση, το steampunk ύφος των σκηνικών και των χαρακτήρων είναι χάρμα οφθαλμών με τα λαμπερά του χρώματα και τη λεπτομέρεια στο σχεδιασμό, ενώ το επικά συμφωνικό soundtrack (Thomas Hohl & Finn Seliger) μένει πραγματικά αλησμόνητο. Τα τρία πρώτα παιχνίδια/επεισόδια κυκλοφορούν (μέσω Steam) και σε ενιαία συλλεκτική έκδοση με τον τίτλο Deponia - The Complete Journey.
Αν και από τα πιο συνηθισμένα και αγαπητά φαγητά της μεσογειακής κουζίνας, το πιλάφι δεν είναι τόσο απλή υπόθεση όσο δείχνει. Συνταγές υπάρχουν άπειρες, αλλά όποιος το επιχείρησε δίχως πρότερη πείρα του πράγματος, σίγουρα θα πελάγωσε με τις αντιφατικές οδηγίες για τη δοσολογία των υλικών. Η γιαγιά μου ορκιζόταν στον κανόνα του 1 προς 4, όπου 1 το ρύζι και 4 το νερό, χρησιμοποιώντας το ίδιο σκεύος για το μέτρημα. Δηλαδή με ό,τι φλιτζάνι, ποτήρι ή κούπα μετρήσουμε το ρύζι, με το ίδιο θα μετρήσουμε και το νερό. Έτσι δεν θα χρειαστεί στράγγισμα στο τέλος του μαγειρέματος, γιατί το ρύζι θα έχει χυλώσει ωραία, απορροφώντας όλα τα υγρά. Η αναλογία αυτή ισχύει ακόμα και αν αντί για νερό βάλουμε ζωμό κρέατος ή λαχανικών, ή αντικαταστήσουμε με το ζωμό ένα μέρος του νερού.

Το φετινό εγχείρημα του πρωτοπόρου Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Bong Joon Ho (γνωστού από το φημισμένο Snowpiercer, την πικρή - εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα - αστυνομική σάτιρα Μνήμες Εγκλήματος και το ιδιότυπα ευφάνταστο, σκοτεινά παραμυθένιο Okja) είναι μια μαύρη κι άραχνη κωμωδία, της οποίας η υπόθεση εκτυλίσσεται σε δυο διαμετρικά αντίθετα περιβάλλοντα: το ελεεινό υπόγειο της άπορης, άνεργης οικογένειας Kim σε υποβαθμισμένη αστική γειτονιά και την πολυτελέστατη έπαυλη του επιχειρηματία Park (Sun-Kyun Lee), έργο, μάλιστα - και πρώην κατοικία - διάσημου αρχιτέκτονα. Όλα ξεκινούν από την απροσδόκητη επίσκεψη του φοιτητή Min (Seo-Joon Park), ο οποίος πρόκειται να λείψει στο εξωτερικό και αναθέτει στο φίλο του, γιο των Kim (Woo-Sik Choi) να τον αντικαταστήσει προσωρινά ως ιδιωτικός δάσκαλος αγγλικών της χαριτωμένης έφηβης κόρης του Park (Ji-So Jung), που έχει την τάση να ερωτεύεται τους νεαρούς καθηγητές της. Έτσι, η εξαθλιωμένη οικογένεια Kim αποκτά αίφνης πρόσβαση σ' έναν τρόπο ζωής που ούτε να ονειρευτεί δεν τολμούσε ως τότε και βάζει μπρος μια καταχθόνια μηχανή, ώστε να "κατσικωθεί" σύσσωμη στο προκλητικά φανταχτερό πλουσιόσπιτο. Δεν είναι όμως οι μόνοι που διεκδικούν με κάθε δυνατό (και αδύνατο) μέσο μια παρόμοια θέση... Με εντυπωσιακές, τολμηρά ποιητικές όσο και σκληρές εικόνες και ανελέητο σαρκασμό, ο Bong Joon Ho βγάζει απαράκαμπτα στην επιφάνεια τη θαμμένη - κυριολεκτικά και μεταφορικά - βρώμα και δυσωδία των καπιταλιστικών μεγαλουπόλεων, που φυτοζωεί κάτω απ' την επίφαση της ευνομίας και της ευωχίας των μακάρια ανίδεων (ή εθελοτυφλούντων) για την ύπαρξή της. Συγχρόνως, κλείνει πονηρά το μάτι στους θρύλους και τις δεισιδαιμονίες της πατρίδας του, δίνοντάς τους σάρκα και οστά με μοχθηρά ρεαλιστική μαστοριά. Οι ερμηνείες είναι - όλες ανεξαιρέτως - ασυναγώνιστες, το σενάριο διαστροφικά ευφυές, ο σκηνοθετικός ρυθμός αεροστεγής και καθηλωτικός. Δίκαια τα Παράσιτα τιμήθηκαν με Χρυσό Φοίνικα και κέρδισαν πολλά άλλα βραβεία και υποψηφιότητες σε διεθνή φεστιβάλ. Ειδική μνεία στην υπέροχη, εμβυθιστική μουσική του νεότατου σε ηλικία συνθέτη και τραγουδιστή Jaeil Jung (Okja, Take Point).