Τα κουταλάκια του καφέ μετρούν τη ζωή μου
"Ο καφές πρέπει να είναι καυτός σαν την Κόλαση, μαύρος σαν το Διάβολο, αγνός σαν άγγελος και γλυκός σαν τον Έρωτα". Τάδε έφη Talleyrand (ναι, αυτός, ο περιώνυμος Γάλλος διπλωμάτης).
"Ο καφές πρέπει να είναι καυτός σαν την Κόλαση, μαύρος σαν το Διάβολο, αγνός σαν άγγελος και γλυκός σαν τον Έρωτα". Τάδε έφη Talleyrand (ναι, αυτός, ο περιώνυμος Γάλλος διπλωμάτης).
Α όπως αηδόνι - "καλλιτέχνης" χωρίς glamour και δίχως επίγνωση της εντύπωσης που κάνει στους άλλους. Η μοναδική του ομορφιά είναι το τραγούδι του, που όμως είναι και η ουσία όλης του της ύπαρξης.
A όπως αναβλητικότητα - η πιο αποτελεσματική εκδίκηση ενάντια στους αγχώδεις ρυθμούς της καθημερινότητάς μας. Όταν ο Quino έφτιαχνε τον Felipe της Mafalda, πρέπει να είχε στο νου του κάποιον κλώνο μου...

Δεν ξέρω τι έφταιξαν τα σημεία στίξης στον όψιμα διάσημο (χάρη στη λαοφιλή κινηματογραφική μεταφορά του αμέσως προηγούμενου βιβλίου του, The Mambo Kings Play Songs of Love) Κουβανοαμερικανό συγγραφέα Oscar Hijuelos και στο τρίτο του, ψευδο(ημιαυτο)βιογραφικό μυθιστόρημα ποταμό με τον τίτλο The 14 Sisters of Emilio Montez O'Brien, τους έχει κηρύξει τον πόλεμο. Ιδίως στις τελείες, με τις οποίες έχει βεντέτα - ζήτημα να πετύχεις καμιά δεκαπενταριά όλες κι όλες μέσα σε πεντακόσιες σελίδες κειμένου. Θέλοντας πιθανώς να αποδώσει με πιστότητα το χειμαρρώδες, χαρακτηριστικό στους ηλικιωμένους ύφος προφορικής αφήγησης, αραδιάζει δίχως κανένα έλεος για τον αναγνώστη (και τους μεταφραστές του σε άλλες γλώσσες) ατέρμονα κατεβατά όπου μια φράση ξεκινά απ' την πρώτη σελίδα ενός κεφαλαίου για να κλείσει στην ογδοηκοστή (όχι απαραίτητα του ίδιου), με αμέτρητες παρενθέσεις εντός αγκυλών εντός άλλων παρενθέσεων και αγκυλών, κατάχρηση της τεχνικής των "συρταρωτών" προτάσεων σε βαθμό που ο όποιος ειρμός να εκφυλίζεται ως την απόλυτη αναρχία και ένα ανεξέλεγκτο πλήθος άχρηστων μυθοπλαστικά όσο και άσχετων μεταξύ τους πληροφοριών. Ένα "λαθραίο" ίχνος πλοκής με ψήγματα χιούμορ και ευαισθησίας που πασχίζει να αναδυθεί απ' το σχεδόν εφιαλτικό αυτό χάος, καταλήγει να βυθιστεί αύτανδρο, ενώ οι εξαντλητικά λεπτομερείς περιγραφές της κάθε ερωτικής συνάντησης και εμπειρίας του κάθε προσώπου ξεχωριστά απωθούν περισσότερο παρά "ερεθίζουν". Καθαρά ως άσκηση ύφους, το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να έχει μια αξία, στην ουσία όμως δεν έχει δυστυχώς τίποτα πρωτότυπο ή έστω ενδιαφέρον να πει. Δεν είναι τυχαίο το ότι, παρά τη - μάλλον συγκρατημένη - επιτυχία του στην Αμερική (ας είναι καλά η πρότερη δόξα των Mambo Kings), λίγο πολύ "πάτωσε" εμπορικά σε άλλες χώρες, ενώ μάλιστα εδώ στην Ελλάδα η προγραμματισμένη έκδοσή του ματαιώθηκε.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μια ακόμα απερίγραπτα οδυνηρή μεταφραστική, αλλά και αναγνωστική μου εμπειρία - από την οποία το μόνο καλό που βγήκε ήταν ότι με δίδαξε, με τον πλέον δραστικό τρόπο, πώς να ΜΗ γράφω αν δεν θέλω να ξυπνάω φονικά ένστικτα ή/και να προξενώ μαζικές οικειοθελείς προσελεύσεις στο ψυχιατρείο. Φαίνεται πως οι ενστάσεις μου εισακούστηκαν από τον εκδότη και (απ' όσο τουλάχιστον γνωρίζω) το εν λόγω ανοσιούργημα δεν κυκλοφόρησε ποτέ στη χώρα μας, σε δική μου είτε άλλη μετάφραση.
Γεννήθηκα (προφανώς, αν και σοκαρίστηκα ανεπανόρθωτα όταν το έμαθα - ως τότε πίστευα ότι είχα πέσει στη Γη από αρειανό διαστημόπλοιο) μέσα στη βοή της καταιγίδας, όπως όλα τα μεγάλα πνεύματα. Το κοσμοϊστορικό γεγονός συνέβη μια Τρίτη ξημερώματα (γι' αυτό μου βγήκε, παρετυμολογικά, το παρατσούκλι Τριτογένεια), ενώ η μαμά μου έτρωγε σουβλάκια στην Προκυμαία της Χίου, μαζί με τον μπαμπά μου και τον Νίκο τον Μπαχά (ο οποίος, λέει, κερνούσε - και φαίνεται πως η παρουσία του έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στα γεγονότα εκείνης της νύχτας, γιατί η αναφορά στο πρόσωπό του αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των σχετικών αφηγήσεων).

Η απόπειρα της εξέχουσας Γαλλίδας μυθιστοριογράφου, φιλοσόφου και κριτικού λογοτεχνίας Catherine Clement να προσεγγίσει τον κόσμο των θρησκειών μέσα απ' το αδιάφθορο βλέμμα ενός παιδιού αφήνει ανάμεικτες εντυπώσεις. Η απροκάλυπτα προσχηματική και βεβιασμένη πλοκή ελάχιστα προσελκύει (και ακόμα λιγότερο συγκρατεί) το ενδιαφέρον, ενώ ο καταιγιστικός φόρτος των (αναμφισβήτητα χρήσιμων κατά τα άλλα) πληροφοριών καταλήγει να "πνίξει" τον αναγνώστη οποιασδήποτε ηλικίας - πόσο μάλλον τα παιδιά, στα οποία κυρίως απευθύνονται τα βιβλία του είδους αυτού (βλ. και Το Θεώρημα του Παπαγάλου - όπου αν μη τι άλλο, o συγγραφέας πασχίζει αισθητά να ζωντανέψει τα αφηγηματικά μέρη και οι διάλογοι δεν θυμίζουν συρραφές από "ξύλινα" κατεβατά εγκυκλοπαιδικών λημμάτων). Προσθέστε στα παραπάνω τη - σκόπιμη; Και με ποιο σκεπτικό; - σύγχυση, ενίοτε, ιστορικών δεδομένων, αιτιολογικών αλλά και... αστικών μύθων και λαϊκής δοξασίας, το εντελώς αφύσικο "πορτρέτο" του προέφηβου Theo, ο οποίος εμφανίζεται σαν ένας εξοργιστικός μικρομέγαλος ξερόλας αντί για τον πανέξυπνο, διψασμένο για γνώση πιτσιρικά που προφανώς ήθελε να παρουσιάσει η συγγραφέας, τις σχεδόν υπερφυσικές ιδιότητες της παντοδύναμης και πανταχού παρούσας "σούπερ θείας" του (που πέρα από σκανδαλώδη οικονομική άνεση, τυχαίνει επίσης να διαθέτει τεράστια μόρφωση - κάθε ομοιότητα με... υπαρκτά πρόσωπα ΔΕΝ είναι συμπτωματική - και να έχει έτοιμες τις απαντήσεις για όλα) και την κομπογιαννίτικη όσο και χιλιοαναμασημένη πρόφαση της ανίατης ασθένειας του μικρού πρωταγωνιστή για την απαραίτητη μελοδραματική σάλτσα, μπας και τουλάχιστον αυτό πείσει τους αναγνώστες να υπομείνουν ως το τέλος τις 700 και βάλε σελίδες του πονήματος (το οποίο εκδόθηκε το 1999 στη χώρα μας με τίτλο Το Παιχνίδι των Θεών) και τα συμπεράσματα δικά σας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για όσους μπερδευτούν βλέποντας το όνομά μου μέσα στην ελληνική έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου - ναι, εγώ το έχω μεταφράσει, σε εποχή μεγάλης ανάγκης και με πανταχόθεν αντίξοες έως απαγορευτικές συνθήκες. Από τα πιο απωθητικά, δύστροπα και στρυφνά κείμενα που είχα την ατυχία να αντιμετωπίσω, στην εικοσαετία και βάλε της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τη λογοτεχνική μετάφραση. Άκρως τραυματική εμπειρία, η οποία με κυνηγάει ακόμα.

Στην Ιταλία του 18ου αιώνα, ο Tonio Treschi, ένας νεαρός τραγουδιστής της όπερας, καταφέρνει μέσα από πλήθος αντιξοότητες να μεσουρανήσει στο καλλιτεχνικό στερέωμα και να κερδίσει την εύνοια των ισχυρών, ερμηνεύοντας τους σπουδαιότερους μελοδραματικούς ρόλους και σαγηνεύοντας γυναίκες και άντρες με την ομορφιά και τη φωνή του. Όμως ο μεγαλύτερος ετεροθαλής αδελφός του, ο οποίος τον φθονεί θανάσιμα και συγχρόνως εποφθαλμιά την πατρική περιουσία, έχει ορκιστεί να τον καταστρέψει... Εμπνευσμένο ως ένα βαθμό από την ιστορία του μεγάλου Ιταλού castrato Farinelli, πλημμυρισμένο από ήχους, χρώματα και διάχυτο ερωτισμό, το έργο αυτό της περίφημης για τη μαεστρία της σε αφηγήματα μυστηρίου και τρόμου Αμερικανίδας (ιρλανδικής καταγωγής) μυθιστοριογράφου Anne Rice αναπλάθει συναρπαστικά την ατμόσφαιρα της εποχής, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει μια - προσφιλή στη συγκεκριμένη συγγραφέα - υπαρξιακή έως μεταφυσική θεώρηση της ζωής και της τέχνης, συνδυάζοντας αποτελεσματικά τη νευρώδη, καταιγιστική δράση με την ψυχολογική ενδοσκόπηση. Βιβλίο που διαβάζεται απνευστί και συγκλονίζει με τη ζωντάνια των περιγραφών, την αψεγάδιαστη μουσικότητα της γραφής του, τον αχαλίνωτο λυρισμό και το πάθος των ποιητικών του εξάρσεων.

Βρισκόμαστε στη δεκαετία του '50. Στο Λοχ Γκλας, ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας, μια πανέμορφη γυναίκα τριγυρίζει τα βράδια ολομόναχη στις όχθες της Γυάλινης Λίμνης. Η μυστηριώδης παρουσία της συνδέεται στενά με τη μοίρα δυο ντόπιων οικογενειών, οι οποίες κατατρύχονται από το στοιχειωμένο (κυριολεκτικά και μεταφορικά) παρελθόν τους. Ένα αποχαιρετιστήριο σημείωμα που έπεσε σε λάθος χέρια, μια εξαφάνιση η οποία αυθαίρετα αποδόθηκε σε πράξη αυτοκτονίας και μια απρόσμενη φιλία δι' αλληλογραφίας θα οδηγήσουν τη νεαρή ηρωίδα Kit McMahon σε μια ανατριχιαστική ανακάλυψη... Από τη συγγραφέα του κινηματογραφικού Κύκλου των Φίλων, Maeve Binchy, ένα δυνατό ψυχολογικό thriller και συγχρόνως ένα νοσταλγικό οδοιπορικό στους τόπους και τους χρόνους της χαμένης παιδικής αθωότητας και των απόλυτων, αδυσώπητων νεανικών παθών, άρρηκτα συνυφασμένων με τους θρύλους και τις δοξασίες που γέννησε η σμαραγδένια ιρλανδέζικη φύση. Παρά τον όγκο του (757 σελίδες της αμερικανικής έκδοσης) κυλάει εντελώς αβίαστα, κατευθύνοντας βήμα προς βήμα τον αναγνώστη μέσα στην ονειρική αλληλουχία των εικόνων του, κάτω από μια υποβλητική ατμόσφαιρα μυστηρίου.

Ο νέος και ωραίος Τυνήσιος Amar χάνει το φως του σε δυστύχημα. Το γεγονός αυτό τον αναγκάζει να περάσει με μια σοκαριστικά απαθή στωικότητα στις πιο σκοτεινές και επικίνδυνες παρυφές του κοινωνικού περιθωρίου, δίνοντάς του συγχρόνως το έναυσμα να επαναπροσδιορίσει την ουσία και το σκοπό της ύπαρξής του καθώς εξερευνά και ξαναμαθαίνει απ' την αρχή τους ανθρώπους, τις έννοιες και τα πράγματα με τη βοήθεια των υπόλοιπων αισθήσεών του. Πρώτο στη σειρά από τα τέσσερα όλα κι όλα μυθιστορήματα του πρόωρα χαμένου από AIDS δημοσιογράφου της Liberation, δοκιμιογράφου και συγγραφέα Guy Hocquenghem, το βιβλίο αυτό κινείται σε πολλαπλά επίπεδα και παρουσιάζει υφολογικές ιδιορρυθμίες οι οποίες αποτελούν ανοιχτή πρόκληση τόσο για τον επίδοξο μεταφραστή, όσο και για τον επαρκή αναγνώστη. Η επίμονη ψυχρότητα της αφήγησης (παρά τη χρήση του πρώτου προσώπου στο μεγαλύτερο μέρος της) και ο ετερόκλητος συνωστισμός θεμάτων και προβληματισμών ίσως απωθήσουν αρχικά τους μαθημένους σε ομαλότερους λογοτεχνικούς δρόμους, αλλά η πέρα για πέρα απροσδόκητη, σχεδόν ποιητικά βίαιη αλληγορία του φινάλε είναι σίγουρο πως θα τους αποζημιώσει.

Ένα ορφανό αγοράκι από μικροαστική οικογένεια, ο Olivier, φιλοξενείται προσωρινά στο σπίτι ευκατάστατων συγγενών του, όπου γοητεύεται από το πρωτόγνωρο γι' αυτόν περιβάλλον αλλά και δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στον τρόπο ζωής της "καλής κοινωνίας". Αθώος, συναισθηματικός και γεμάτος φαντασία, ο Olivier θα προσκολληθεί στην υπέρκομψη και εκλεπτυσμένη θεία του Victoria και θα μυηθεί από τον πανέμορφο, ατίθασο κι επαναστατημένο μεγαλύτερο εξάδελφό του Mac σ' ένα ως τότε άγνωστό του σύμπαν, ανακαλύπτοντας τη μαγεία της ποίησης και της τέχνης, τα αναπάντεχα πρόσωπα της αγάπης και την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Σε πολύ διαφορετικό ύφος και θεματολογικό μήκος κύματος από το μάλλον σκοτεινό και τολμηρά "οργισμένο" Canard au Sang του ίδιου συγγραφέα (1958), ένα άκρως γλαφυρό ημιαυτοβιογραφικό Bildungsroman (δεύτερο στη σειρά οχτώ μυθιστορημάτων με ήρωα το μικρό Olivier) που πάνω από σαράντα χρόνια αργότερα διατηρεί ανέπαφη τη φρεσκάδα και τη δροσιά του και διαβάζεται με το ίδιο ενδιαφέρον τόσο από ενήλικες, όσο και από μεγάλα παιδιά και εφήβους, ξεναγώντας τον αναγνώστη στα άδυτα των νεανικών ψυχών με τη σιγουριά και τη γνώση ενός πραγματικού εστέτ της γραφής.