Μια πορφυρή ιστορία σε μαύρο & άσπρο
"Αν είχα έναν κόσμο δικό μου, όλα θα ήταν παράλογα. Τίποτα δεν θα ήταν όπως είναι, γιατί τα πάντα θα ήταν όπως δεν είναι. Και αντίστροφα, όπως είναι δεν θα ήταν και όπως δεν είναι, θα ήταν. Καταλαβαίνεις;"
"Αν είχα έναν κόσμο δικό μου, όλα θα ήταν παράλογα. Τίποτα δεν θα ήταν όπως είναι, γιατί τα πάντα θα ήταν όπως δεν είναι. Και αντίστροφα, όπως είναι δεν θα ήταν και όπως δεν είναι, θα ήταν. Καταλαβαίνεις;"
Να δω τι άλλο θα σκαρφιστούν να μας ταΐσουν και να μας ποτίσουν προκειμένου να "αξιοποιήσουν" εμπορικά τα απόβλητα της βιομηχανίας τροφίμων - που πάει να πει, να βγάλουν κι απ' τη μύγα ξύγκι (ίσως και κυριολεκτικά, έτσι όπως πάει το πράγμα). Ο λόγος για τις διαφημίσεις προϊόντων με βάση το "φυσικό" κολλαγόνο και υαλουρονικό οξύ, οι οποίες τον τελευταίο καιρό έχουν κατακλύσει τα έντυπα και οπτικοακουστικά μέσα ενημέρωσης, υποσχόμενες λίγο πολύ θαύματα: θα ξανανιώσουμε, λέει, θα γιατρευτούμε απ' όλες τις αρρώστιες, θα αυξηθούν οι λειτουργίες μας στο έπακρο και ποιος μας πιάνει. Που μακάρι δηλαδή να ήταν έτσι - μακάρι η παντοτινή νιότη και υγεία να χωρούσαν σ' ένα πλαστικό μπουκάλι και να αγοράζονταν με 40-50 ευρώ απ' το φαρμακείο της γειτονιάς μας.

Λίαν απροσδόκητη, αμιγώς ντόπια ασπρόμαυρη οπτικοποίηση του κλασικού αριστουργήματος της δύσμοιρης Charlotte Bronte, της οποίας τα κοκαλάκια έστειλαν τον Keith Moon αδιάβαστο την αποφράδα εκείνη μέρα που η εν λόγω "ταινία" - πολλαπλασιάστε τα εισαγωγικά κατά βούληση - βγήκε στις αίθουσες. Μια ακόμα άκρως παράδοξη περίπτωση μυθιστορήματος με υποδειγματική δομή και συγκρότηση, που για ακατανόητους λόγους μετατράπηκε σε εξωφρενική ασυναρτησία. Εκτός και αν η αφίσα παραπλεύρως ΔΕΝ περιέχει τυπογραφικό (;) λάθος και υπεύθυνη για την πρώτη ύλη του πονήματος είναι όντως κάποια κ. "BronDEe" (sic), με αγρίως πειραματικές διαθέσεις και σαφή εθισμό στα ληγμένα. Λοιπόν, με κράχτες δυο σημαίνοντα για την εποχή ονόματα (Μάνο Κατράκη και Χριστίνα Σύλβα) στους κύριους ρόλους, άλλα δυο τρία κάπως αναγνωρίσιμα (Ηλέκτρα Παπαθανασίου, Σταύρο Χριστοφίδη, Μιχάλη Νικολόπουλο) στους δευτερεύοντες και πιθανώς το σόι ή/και τους γνωστούς του στους υπόλοιπους, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γιώργος Λόης (Οι Κατατρεγμένοι, Δεν Έχω Δρόμο να Διαβώ) αφήνει εδώ τις ευρωπαϊκές επιρροές (που λέει ο λόγος) και τα ευγενή διεθνιστικά του ιδεώδη να τον παρασύρουν σε ένα απερίγραπτο όργιο υφολογικού συγκρητισμού όσο και πραγματολογικού σουρεαλισμού. Δεν θα επεκταθώ σε λεπτομέρειες για να μην κάνω χαλάστρα, διότι είναι κρίμα - τέτοιου είδους σοκ μπορεί να λειτουργήσουν ως και θεραπευτικά. Πάντως όποιος δεν έχει διαβάσει το βιβλίο ή δεν γνωρίζει την υπόθεση, δεν πρόκειται να βγάλει άκρη απ' την (ανύπαρκτη) πλοκή της κατά Λόη κινηματογραφικής εκδοχής. Όσοι πάλι το έχουν διαβάσει, δεν θα τους μείνει τρίχα στο κεφάλι. Και μια και μιλάμε για τρίχες, η μόνη αληθινή πρωταγωνίστρια - που μάλιστα αδίκως στερήθηκε μια περίοπτη θέση στους τίτλους - της εγχώριας Jane Eyre είναι η κορακάτη περούκα του (και καλά) Rochester: έχει δική του ζωή αυτό το πράγμα, δεν κάθεται ποτέ σε μια μεριά και μ' έναν περίεργο τρόπο, κάνει το κρανίο του συχωρεμένου του Κατράκη (Κονσέρτο για Πολυβόλα, Ταξίδι στα Κύθηρα) να μοιάζει σαν να συρρικνώνεται βαθμηδόν (τύφλα να 'χουν ο Corman, ο Argento και ο Carpenter μαζί). Αν επείγεστε να μαζοχιστείτε για μια ώρα και κάτι που περνά κυριολεκτικά με το σταγονόμετρο ή να φτιάξετε καινούργιο συκώτι, βρείτε ένα αντίτυπο και απολαύστε το με παρέα (για ηθική συμπαράσταση) και τις ψυχοτρόπους ουσίες της αρεσκείας σας. Για τυχόν μη αναμενόμενες συνέπειες δεν ευθύνομαι.

Πάνε κάμποσα χρόνια από τότε που επιχείρησα για πρώτη φορά να εγκαταστήσω τον ήδη "απαρχαιωμένο" Gabriel Knight 1 - Sins of the Fathers (1993) σε μηχάνημα με Windows 98 SE και τη... θηριώδη για την εποχή ανάλυση οθόνης 1024x768. Η απόπειρα στέφθηκε με θεαματική αποτυχία, τόσο εξαιτίας της τεχνικής ασυμβατότητας που κατατρόπωνε οποιονδήποτε προσομοιωτή, όσο και εξαιτίας της φρικαλέας απόδοσης των δισδιάστατων γραφικών (ήτοι μιας πιξελιασμένης μουντζούρας όπου μόλις ξεχώριζαν χρώματα και σιλουέτες). Είχα λοιπόν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να ασχοληθώ ποτέ με το συγκεκριμένο παιχνίδι - και όχι δίχως πόνο ψυχής, δεδομένης της γενικότερης εκτίμησής μου προς την Jane Jensen ως δημιουργό ριζοσπαστικών και συνάμα αρχετυπικών για το είδος τους βιντεοπαιχνιδιών. Στο μεταξύ είχα βέβαια ανακαλύψει την αρκετά μεταγενέστερη (1997) και πιστή στο αρχικό σενάριο μυθιστορηματική εκδοχή του Sins of the Fathers, αλλά δεν έπαυε να είναι παρηγοριά στον άρρωστο. Ώσπου σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, τα δικαιώματα της σειράς Gabriel Knight μεταβιβάστηκαν στην ανερχόμενη εταιρία Phoenix Online Publishing, η οποία, σε συνεργασία με τη νεοϊδρυθείσα Pinkerton Road Studio (της Jensen και του συζύγου της Robert Holmes), αποφάσισε να τιμήσει την επέτειο των 20 χρόνων του Gabriel Knight με μια πλήρως αναβαθμισμένη σε επίπεδο γραφικού περιβάλλοντος έκδοση του Sins of the Fathers, διαθέσιμη (όπως η πλειονότητα των παιχνιδιών υπολογιστή τώρα πια) μέσω Steam. Και εγένετο φως: θεσπέσια, απαστράπτουσα γκάμα χρωμάτων, παλλόμενες από ζωή υφές και γλυκά περιγράμματα, γοητευτικά ρεαλιστικός ανασχεδιασμός μοντέλων και σκηνικών και μια αισθητή εξομάλυνση της κίνησης των προσώπων ήρθαν να επανορθώσουν για το (αθέλητο) οπτικό χάλι της πρωτότυπης βερσιόν στις σύγχρονες αναλύσεις οθόνης. Οι βελτιώσεις όμως δεν περιορίστηκαν στην εμφάνιση, προσφέροντάς μας μερικούς πρόσθετους γρίφους και δώρο το υπέροχο soundtrack του Holmes, επίσης επανεπεξεργασμένο ψηφιακά. Λαμπρή ευκαιρία για τους νοσταλγούς της "χρυσής εποχής" των adventure να (ξανα)ζήσουν επικές συγκινήσεις, καθώς και για τους αμύητους ή νεοφώτιστους να "εκπαιδευτούν" στο παιχνίδι-μανιφέστο του είδους. Ούτε η Jensen ούτε η Phoenix Online έχουν αποκλείσει ρητά την πιθανότητα να δούμε ανάλογη "αναμόρφωση" και στους άλλους δυο τίτλους της σειράς (το ήδη μνημειώδες, ως έχει, Beast Within και το κάπως αδικημένο φατσικά Blood of the Sacred, Blood of the Damned), οπότε δεν μας μένει παρά να αισιοδοξούμε.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (9.1.19).

Το 1971 και ύστερα από εφτά χρόνια γυρισμάτων στο μικρό νεοϋορκέζικο διαμέρισμά του, ο εικαστικός καλλιτέχνης και performer James Bidgood ολοκλήρωσε τη μια και μοναδική ταινία του, με τίτλο Pink Narcissus και θέμα τις αχαλίνωτες φαντασιώσεις μιας αρσενικής οδαλίσκης (Bobby Kendall) - ένα περιπαθές, ακραιφνώς ποιητικό εγκώμιο της ομορφιάς και της (αυτο)λατρείας του σώματος. Δίχως άμεσα αντιληπτή πλοκή ή διαλόγους, με συνεχή μουσική υπόκρουση και την παρουσία της ανθρώπινης φωνής να περιορίζεται σε δυο τρία ηχογραφημένα ραδιοφωνικά αποσπάσματα, ο Ροζ Νάρκισσος υπήρξε - μαζί με κάποια από τα σύντομα πειραματικά φιλμάκια των πρωτοπόρων Maya Deren (Witch's Cradle, The Very Eye of Night), Kenneth Anger (Rabbit's Moon, Scorpio Rising) και Andy Warhol (Sunset, Outer & Inner Space) - πρόδρομος των βιντεοκλίπ όπως τα ξέρουμε σήμερα. Η "πατρότητα" του έργου, ωστόσο, παρέμεινε άγνωστη (ενίοτε μάλιστα αποδιδόταν στον Anger ή στον Warhol, παρά τις εμφανείς ανομοιότητες με τα στυλ τους) για πάνω από μια εικοσαετία, εξαιτίας διαφωνιών του Bidgood με την εταιρία παραγωγής. Το 2011, στο πλαίσιο του γαλλικού κινηματογραφικού θεσμού L'Etrange Festival, το θρυλικό new wave συγκρότημα Tuxedomoon (Downtown 81, Bardo Hotel) ανέλαβε τη σύνθεση πρωτότυπου soundtrack που θα αντικαθιστούσε την ηχητική μπάντα του φιλμ (την οποία είχαν επιμεληθεί οι Gary Goch & Martin Jay Sadoff) και θα παιζόταν ζωντανά κατά τη διάρκεια αφιερωματικής προβολής του, σε αποκατεστημένη κόπια απ' όπου όμως λείπουν γύρω στα εφτά λεπτά, λόγω φθοράς της αρχικής μπομπίνας. Η σεβαστή διαφορά ηλικίας μεταξύ ταινίας και μουσικής επένδυσης εκμηδενίζεται χάρη στην οραματική διαχρονικότητα της πρώτης και τους εύστοχους ελιγμούς της δεύτερης ανάμεσα σε είδη, ύφη, υφές και διαθέσεις. Φυσικοί και ηλεκτρονικοί ήχοι - πιάνο, πλήκτρα, βιολί (Blaine L. Reininger), σαξόφωνο και κλαρινέτο (Steven Brown), τρομπέτα, κυνηγετικό κόρνο και φυσαρμόνικα (Luc van Lieshout) - και εφέ ακολουθούν την παστέλ πανδαισία που ξετυλίγεται με την ωμή αγνότητα εφηβικής ονείρωξης σε εξαίσια χειροποίητα σκηνικά βγαλμένα από παιδικό παραμύθι και μαζί αισθησιακό εφιάλτη, γεμάτα χάρτινες πεταλούδες, μηχανικές κάμπιες και εξωτικά πουλιά, λουλούδια από σύρμα και πολύτιμες πέτρες, χάντρες, τούλια, φαλλικά ψάρια και μεταξωτά φύκια που κολυμπούν μέσα σε μια πυκνή, νερένια ατμόσφαιρα, ανδρόγυνα χανουμάκια και αποτρόπαιες ζωντανές μαριονέτες που βασανίζονται από ασίγαστο πόθο, ενώ το υπονομευτικά δυσοίωνο, πανταχού παρόν ostinato του μπάσου (Peter Principle) προϊδεάζει για τη σκοτεινή όσο και δαιμόνια ανατροπή του τέλους. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε περιορισμένη συλλεκτική έκδοση 1000 βινυλίων με τα πρώτα 500 κομμάτια αριθμημένα και (προαιρετικά) σε ψηφιακή μορφή για μεταφόρτωση με τη χρήση ειδικού κωδικού, από την ανεξάρτητη βελγική Crammed Discs.

Η άγρια δολοφονία ενός μικρού αγοριού (Hunter Stratton Boland) αναστατώνει την καθημερινότητα μιας φιλήσυχης προαστιακής γειτονιάς και ιδίως τη ζωή του ελαιοχρωματιστή Ben Gundelach (Martin Henderson), που έχει την ατυχία να βρει το πτώμα. Μια σειρά ύποπτων συγκυριών και η αποκάλυψη ενός ένοχου όσο και τραγικού μυστικού απειλούν με διάλυση την οικογένειά του και φέρνουν τον ίδιο αντιμέτωπο με την εχθρότητα και το στιγματισμό από τους συμπολίτες του. Οι μόνοι που του συμπαραστέκονται είναι η μικρή του κόρη Eva (Piper Morrissey), ο προστατευόμενός του νεαρός μουσικός Dave Carroll (Damon Gameau) και η ψυχικά ασταθής μητέρα του θύματος, Jess Murnane (Adrienne Pickering), οι οποίοι στην προσπάθειά τους να τον βοηθήσουν καταλήγουν να τον μπλέξουν τρισχειρότερα. Κάτω απ' το άγρυπνο βλέμμα του υπαστυνόμου Cornielle (Anthony Hayes) και ενός τσούρμου δημοσιογράφων που έχουν στρατοπεδεύσει έξω απ' το σπίτι του, ο Ben δεν θα διστάσει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του και να αποκαταστήσει την υπόληψή του... Ακολουθώντας με συνέπεια το πρόσφατο trend των σκανδιναβικών (Η Γέφυρα, The Killing) και βρετανικών (Broadchurch, Hinterland) σίριαλ με τις περίπλοκες υποθέσεις ειδεχθών εγκλημάτων σε κλειστές επαρχιακές κοινωνίες, η συμπαθέστατη αυστραλιανή μίνι σειρά έξι επεισοδίων των Stephen M. Irwin & Kylie Needham (σενάριο) και Kate Dennis & Peter Salmon (σκηνοθεσία) δεν παρακάμπτει πάντα τα κλισέ, κατορθώνει όμως να απεικονίσει με νεύρο και αληθοφάνεια τον άνισο, επώδυνα μοναχικό αγώνα του πρωταγωνιστή κόντρα σ' έναν άτεγκτο κλοιό καχυποψίας, υποκρισίας και προκατάληψης. Οι μονίμως σε κοινή θέα σμιλεμένοι κοιλιακοί του Henderson (Σήμα Κινδύνου, Flyboys) αποσπούν την προσοχή από τυχόν σεναριακές αδεξιότητες, ενώ το φινάλε - αν και λιγάκι τραβηγμένο απ' τα μαλλιά - είναι ευπρόσδεκτα... σκιαχτερό. Ωραία φωτογραφία (Robert Humphreys) και soundtrack (Matteo Zingales), που "αναβαθμίζουν" σημαντικά το σύνολο. Με αρκετή περιέργεια αναμένουμε το ομότιτλο αμερικανικό remake (σιγά μην το γλιτώναμε), το οποίο κάνει κιόλας πρεμιέρα τον άλλο μήνα από το τηλεοπτικό κανάλι ABC.

Παραχαϊδεμένος από την άβουλη και φιλάσθενη μητέρα του (Phyllis Calvert), ανεπιθύμητος για τον πλούσιο πατριό του (Frank Finlay), με λανθάνουσες τάσεις σχιζοφρένειας κι έναν έγκλειστο σε ίδρυμα αδελφό που πάσχει από σύνδρομο Down, ο νεαρός Martin Durnley (Hywel Bennett) παριστάνει τον πνευματικά καθυστερημένο προκειμένου να εξευμενίσει την αιθέρια βιβλιοθηκάριο Susan Harper (Hayley Mills), όταν εκείνη ανακαλύπτει την κλεπτομανία του. Βρίσκει μάλιστα τρόπο να εγκατασταθεί στο σπίτι της, ώστε να παρακολουθεί στενά κάθε της κίνηση. Όσο η Susan κρατά αποστάσεις, τόσο ο Martin κυριεύεται από την όλο και πιο βίαιη εμμονή του γι' αυτήν και το τυφλό του μίσος εναντίον όσων ηθελημένα ή ακούσια μπαίνουν ανάμεσά τους... Cult βρετανικό thriller του βετεράνου ντοκιμαντερίστα Roy Boulting (Η Εποποιΐα της Μπούρμας, Η Πρώτη Νύχτα του Γάμου) - μετέπειτα συζύγου της πολύ νεότερής του Mills (Η Αδελφή μου κι Εγώ, H Ασημένια Γάτα) - σε σενάριο του ίδιου μαζί με τους Leo Marks (υπεύθυνο επίσης για το ρηξικέλευθο στον καιρό του Ηδονοβλεψία του Powell), Roger Marshall (Η Μυστική Υπηρεσία Σιωπά, Ομάδα Κρούσης Ζ) και Jeremy Scott (The Avengers, The Wednesday Play), εμπνευσμένο από μια ιδέα του τελευταίου. Ο διπλός, στην ουσία, ρόλος του επικίνδυνου ψυχοπαθούς που υποκρίνεται τον άκακο χαζούλη δίνει στον τότε ζεν πρεμιέ Hywel Bennett (Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, Neverwhere) την ευκαιρία να ξεδιπλώσει μια αξιοπρόσεκτη γκάμα ταλέντου, από κει και πέρα όμως η πλοκή χάνει δυστυχώς την μπάλα. Η παντελώς αβάσιμη επιστημονικά θεωρία ότι η ψυχασθένεια του ήρωα συνδέεται γενετικά - άρα κληρονομικά - με την πάθηση του μεγαλύτερου αδελφού του δίκαια ξεσήκωσε διαμαρτυρίες, σε βαθμό ώστε οι παραγωγοί του φιλμ υποχρεώθηκαν να ανασκευάσουν όπως όπως, προλογίζοντας την έκδοσή του σε βιντεοταινία με τη σχετική αποποίηση ευθύνης. Όσο για τους αυτάρεσκους ισχυρισμούς της προωθητικής καμπάνιας πως "θα κοψοχολιάσει ως και ο Hitchcock", ο μετρ δεν φαίνεται να εντυπωσιάστηκε παρά μονάχα απ' τη χαρακτηριστική φάτσα του Barry Foster (τον οποίο και έβαλε πάραυτα να πρωταγωνιστήσει στη Φρενίτιδα, μια από τις τελευταίες ταινίες του). Αν το έργο αυτό άφησε εποχή, το χρωστά μάλλον στις ψυχεδελικές του αφίσες και κυρίως στο... διαβολικό σφυριχτό μοτίβο των τίτλων (που αργότερα χρησιμοποιήθηκε αυτούσιο στην ταινία Kill Bill Vol. 1 και στην τηλεοπτική σειρά American Horror Story), με τις διάσπαρτες στο υπόλοιπο soundtrack σκοτεινές jazz παραλλαγές του από το "μεγαθήριο" Bernard Hermann (Πολίτης Kane, Ψυχώ).

Πριν εκφραστώ σχετικά με τη συγκεκριμένη ταινία, οφείλω να ομολογήσω πως η πολυβραβευμένη, διεθνώς "ευπώλητη" Gillian Flynn (συγγραφέας του ομότιτλου μυθιστορήματος στο οποίο βασίστηκε το φιλμ και σεναριογράφος του τελευταίου) είναι κατά τη γνώμη μου αδικαιολόγητα υπερτιμημένη. Στεγνό και άνευρο γράψιμο, δίχως καμιά ειδοποιό σφραγίδα - ή, μάλλον, με ένα ανεπεξέργαστο και αναφομοίωτο συνονθύλευμα από γνώριμα παραδειγματικά στυλ - και πλοκές ασυνάρτητες, γεμάτες "τρύπες" που βγάζουν μάτι. Με δυο λόγια, τα βιβλία της δεν διαβάζονται. Δεν ξέρω τι περίμενα από μια μεταφορά έργου της στη μεγάλη οθόνη, γεγονός πάντως είναι ότι αυτό που είδα, δεν το περίμενα. Σε σύγκριση πάντα με το κάτω του μετρίου πρωτότυπο, η ταινία είναι σχεδόν αριστουργηματική. Σχεδόν. Η σκηνοθετική μαεστρία του David Fincher (Se7en, Το Κορίτσι με το Τατουάζ), το πνιγηρά "ξεπλυμένο" παστέλ της φωτογραφίας (Jeff Cronenweth) που θυμίζει παλιές επιχρωματισμένες καρτ ποστάλ, η ιδιοφυής μουσική των Trent Reznor (Nine Inch Nails) & Atticus Ross (The Social Network, Days of Grace) και πάνω απ' όλα, η τρομερή από κάθε άποψη ερμηνεία της Rosamund Pike (Πέθανε μια Άλλη Μέρα, Ερωτευμένες Γυναίκες) στον κύριο ρόλο κάνουν ό,τι μπορούν για να καλύψουν τη χαλαρότητα και την αμήχανη διεκπεραίωση της υπόθεσης και ως ένα σημείο, το καταφέρνουν: η πρώτη θέαση ξεγελά χάρη στο άμεμπτο αισθητικά περιτύλιγμα, που μεταμφιέζει ένα ατσούμπαλο, αν όχι παιδαριώδες Άρλεκιν με κάποιες συμπαθητικές ανατροπές σε thriller αξιώσεων. Οι Ben Affleck (Pearl Harbor, Η Κατάσταση των Πραγμάτων) και Neil Patrick Harris (The Best and the Brightest, American Horror Story) δεν είναι στην καλύτερή τους φόρμα, αλλά γι' αυτό δεν φταίνε τόσο οι ίδιοι όσο η μάλλον απλοϊκή, ασταθής δομή των χαρακτήρων που υποδύονται. Αντίθετα, η θεατρική ηθοποιός Carrie Coon (Intelligence, The Leftovers) στην παρθενική της κινηματογραφική εμφάνιση και ο σκηνοθέτης και κωμικός Tyler Perry (Good Deeds, The Single Moms Club) δεν γινόταν να είναι πιο πειστικοί - αν και την παράσταση κλέβουν τελικά ο... γάτος του Affleck (διακριτικά απαράκαμπτη μασκότ) και ο προφανώς ανεξάντλητος καφές της Kim Dickens (Αόρατο Άγγιγμα, Οι Αγνοούμενοι).