Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Never Look Back - Demo (2016)

Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει απ' τον εαυτό του

Never Look Back - Demo

Αξιέπαινη παρθενική απόπειρα βιντεοπαιχνιδιού από την ανεξάρτητη ουκρανική Don't Panic Arts, αποτελούμενη από μόλις τέσσερις νεαρούς προγραμματιστές που εναποθέτουν τις ελπίδες τους για περαιτέρω ανάπτυξη του project στον... πατριωτισμό τυχόν ενδιαφερομένων (βλ. KickStarter). Μακάρι να τα καταφέρουν, καθώς μια πρώτη επαφή με το παιχνιδάκι τους μέσω του δεκαπεντάλεπτου και κάτι demo (διαθέσιμου από την ιστοσελίδα τους σε αγγλική και ρωσική γλώσσα) υπόσχεται αρκετά. Ο πρωταγωνιστής, ονόματι Mark, βρίσκεται αίφνης και ανεξήγητα παγιδευμένος μέσα σε μια εμφανώς εγκαταλελειμμένη βίλα, την οποία πρέπει να εξερευνήσει ώστε να βρει όχι μόνο τα αντικείμενα που θα τον βοηθήσουν να δραπετεύσει, αλλά και στοιχεία για το τι μπορεί να του έχει συμβεί. Κατά τα λεγόμενα των δημιουργών, ωστόσο, δεν πρόκειται για μια απλή περιπέτεια απόδρασης: κάθε δωμάτιο του σπιτιού κρύβει μια ολόκληρη ιστορία και διαπνέεται από μια ατμόσφαιρα κλιμακούμενης αγωνίας και αβεβαιότητας. Σκονισμένοι καθρέφτες, φθαρμένα κάδρα, φώτα που αναβοσβήνουν μόνα τους, αιματοβαμμένα προειδοποιητικά σημειώματα και σκιαχτερά υπόγεια υποδέχονται τον έντρομο ήρωα και τον οδηγούν σε χώρους και καταστάσεις που δοκιμάζουν τόσο τη λογική του, όσο και τις ψυχικές του αντοχές. Δεν λείπουν βεβαίως οι αναφορές στον Lovecraft και τη γοτθική λογοτεχνία γενικότερα, όπως και τα κλεισίματα του ματιού σε ταινίες και παιχνίδια συγγενούς θεματολογίας. Η χρήση pixel art (με τη φιλική προς τη φορητότητα μηχανή της Unity) κατανοώ φυσικά ότι είναι οικονομικά προσιτή και βολική για αρχάριους και/ή αυτοχρηματοδοτούμενους σχεδιαστές βιντεοπαιχνιδιών, παρουσιάζει όμως το μειονέκτημα ότι σε κάποιες περιπτώσεις (ιδίως αν οι υφές περιβάλλοντος είναι πολύχρωμες ή "φορτωμένες") ο παίκτης δεν βλέπει σχεδόν τίποτα και αναγκάζεται να πηγαίνει μαντεύοντας. Παρ' όλα αυτά, η κεντρική ιδέα παραμένει ελκυστική για τους φίλους του είδους, ενώ το θεσπέσιο soundtrack (από τον Αμερικανό μάγο των πλήκτρων και ήδη βετεράνο στη δωρεάν διάθεση πρωτότυπης μουσικής Kevin MacLeod) και μόνο αποτελεί σοβαρότατο λόγο απόκτησης του τελικού προϊόντος. Καλή επιτυχία λοιπόν στα παιδιά και συγχαρητήρια για την τόλμη και το μεράκι τους - πράγματα όχι ακριβώς αυτονόητα τώρα πια.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Oyevitne - Eyewitness (2014)

Μυστικά και ψέματα επί μυστικών και ψεμάτων

Eyewitness

Δυο νεαροί φίλοι, ο Philip (Axel Boyum) και ο Henning (Odin Waage) γίνονται μάρτυρες ενός αποτρόπαιου φονικού. Ο φόβος για αντίποινα από τον αδίστακτο δράστη τους εμποδίζει να το καταγγείλουν - αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό μυστικό που πρέπει με κάθε θυσία να φυλάξουν... Καλογυρισμένο τηλεοπτικό thriller έξι ωριαίων επεισοδίων, από τους Νορβηγούς Jarl Emsell Larsen (ιδέα & σενάριο) και Kathrine Valen Zeiner (σκηνοθεσία), του οποίου η φετινή αμερικανική βερσιόν έχει ήδη αρχίσει να προβάλλεται, καθιστώντας τις όποιες συγκρίσεις αναπόφευκτες. Αμόλυντη προς το παρόν απ' την υπερατλαντική μάστιγα της πολιτικής ορθότητας, η σκανδιναβική τηλεοπτική και κινηματογραφική παραγωγή δεν δειλιάζει μπροστά στην αμείλικτα ρεαλιστική απεικόνιση της ανθρώπινης τραγικωμωδίας σε κάθε πεδίο έκφανσής της. Ο καθημερινός εφιάλτης των δυο παιδιών που έχουν επωμιστεί δυσβάστακτο για την ηλικία τους φορτίο ξεδιπλώνεται με όλη τη μελοδραματική υπερβολή και τα χαώδη σκαμπανεβάσματα της εφηβικής ψυχοσύνθεσης. Ο γλυκός και πολυτάλαντος Boyum (Ingen Grunn til Panikk, Black Widows) ενσαρκώνει σπαρακτικά τον εύθραυστο, "προβληματικό" λόγω συνθηκών και περιθωριοποιημένο Philip - "αγνώστου πατρός" και ναρκομανούς μητρός (Cecilie A. Mosli), πρόσφατα υιοθετημένο από την αδέκαστη αστυνόμο Helen Sikkeland (υπέροχη η Anneke von der Lippe) και τον ψυχοπονιάρη αγρότη σύζυγό της, Sven (Bjorn Skagestad) - απέναντι στον εξωτερικά ψυχρό, αθλητικό και δημοφιλή στους συμμαθητές του Henning του Waage (Hvaler, Svartsjon). Και όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί βέβαια είναι ένας κι ένας στους ρόλους τους, ζωντανεύοντας με πάθος και αληθοφάνεια μια πλοκή που αργεί λίγο να πάρει μπρος και συχνά "σκοντάφτει" κάπως άγαρμπα (εδώ οφείλω με μισή καρδιά να παραδεχτώ πως αν δεν είχα παρακολουθήσει τον "πιλότο" της αμερικανικής εκδοχής πριν το νορβηγικό πρωτότυπο, ίσως θα είχα δυσκολευτεί να βγάλω άκρη απ' την υπόθεση: μ' όλη του την αναμενόμενη επεξηγηματικότητα και το πολιτικά ορθό "λουστράρισμα", το remake δείχνει πιο "ξεσκαρταρισμένο" και στέρεα ανεπτυγμένο από δραματουργική άποψη), βαθμιαία ωστόσο κερδίζει και απορροφά το θεατή. Για μια ακόμα φορά, δεν μπόρεσα να μη διαπιστώσω την έντονη έως οργανική παρουσία των μηχανόβιων συμμοριών σε σκανδιναβικό έργο - οι οποίες φαίνεται πως στις χώρες αυτές είναι κράτος εν κράτει, με δικό τους κώδικα δικαιοσύνης και τιμής που αγνοεί, αν όχι υπερβαίνει την έννομη τάξη. Η ελαφρώς... κομπογιαννίτικη ανατροπή του φινάλε σχεδόν συγχωρείται, καθώς το βάρος πέφτει μάλλον στις διαπροσωπικές συνέπειες της εγκληματικής πράξης παρά στην εξιχνίαση και τα κίνητρά της. Ξεχωριστή μνεία για έναν απ' τους πιο ελκυστικούς "κακούς" που έδειξε ποτέ η οθόνη, τον επιβλητικότατο λόγω εμφάνισης όσο και αναστήματος Per Kjerstad (Hotel Caesar, Erobreren), όπως και στην ταιριαστά δύσθυμη, "κλειστοφοβική" φωτογραφία του ειδικευμένου κυρίως σε ντοκιμαντέρ Lars Vestergaard (Unit One, Millionaire Motors).

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Γλυκιά Κρέμα Σιμιγδαλιού

Πανεύκολη, ευεργετική και... πολυμορφική

Ο Οκτώβριος μας έφτασε (εμπρός βήμα ταχύ) και πριν καλά καλά το χωνέψουμε, άρχισαν οι κυκλοθυμίες του καιρού με τα αναπόφευκτα παρεπόμενα - ήτοι, κρυολογήματα και ιώσεις. Ευτυχώς, για τις σύντομες, ελαφράς μορφής αδιαθεσίες όπου απλώς χρειάζεται καταπολέμηση των ενοχλητικών συμπτωμάτων (μπουκωμένη μύτη, πονόλαιμος, στομαχικά προβλήματα), υπάρχουν λύσεις αστραπή, εύκολες στην εκτέλεση και πολύ οικονομικές, με υλικά που έχουμε ήδη στο σπίτι μας ή μπορούμε να βρούμε ανά πάσα στιγμή στο mini market της γειτονιάς μας.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

Μέριασε Βράχε να Διαβώ

Αυτό που οι (νέες, κυρίως) γυναίκες περπατάνε με ύφος 400 καρδιναλίων στο δρόμο σαν να ανήκει μόνο σ' αυτές και δεν εννοούν με τίποτα να κάνουν λίγο στην άκρη, χωρίς να λογαριάζουν ότι κάποιος που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση και πρέπει να περάσει από δίπλα τους μπορεί να είναι δυσκίνητος από οποιαδήποτε αιτία, φορτωμένος με πράγματα ή/και να συνοδεύει παιδάκι, ζωάκι, ηλικιωμένο ή ανήμπορο, δεν παύει να με απολιθώνει. Άσε που μπορεί "κατά λάθος" να του ρίξουν και καμιά τσαντιά με τα σινιέ μεγαθήρια της μοδός που κρέμονται απ' τον ώμο τους. Για "συγνώμη", φυσικά, ούτε λόγος - άγνωστη λέξη στον πατόκορφα ιλουστρασιόν τους κόσμο (αν δεν βγουν και θιγμένες από πάνω). Άντε μετά να πειστεί ο άλλος πως δεν είμαστε όλες ανάγωγες, ναρκισσίστριες, ξιπασμένες, μεγαλομανείς και κουφιοκέφαλες. Και να μάθει να εκτιμά και να ευχαριστιέται το ότι δεν είμαστε, αντί να το θεωρεί εκμεταλλεύσιμη αδυναμία ή να κάθεται διαρκώς στα καρφιά για το πότε - αναπόφευκτα, κατά τη γνώμη του - θα του επιβεβαιώσουμε ακόμα μια φορά τον "κανόνα".

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Η Μεγάλη Αγρυπνία (1975)

Μαύρο τραγούδι ποιος θα πει;

The Great Vigilance

Μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα Ελληνίδες συνθέτριες ορχηστρικής μουσικής και από τις ακόμα λιγότερες που ειδικεύονται στη μουσική επένδυση θεάτρου, κινηματογράφου και τηλεόρασης (μια εκ των οποίων υπήρξε η τραγωδός Κατίνα Παξινού), η παραγωγικότατη και διεθνώς αναγνωρισμένη Ελένη Καραΐνδρου ξεκίνησε την καριέρα της με το ψευδώνυμο Ελένη Καρρά, γράφοντας τραγούδια για τη Δήμητρα Γαλάνη (1969), τον Μανώλη Μητσιά (1970) και τη Νάνα Μούσχουρη (1971-72) και στη συνέχεια (1972-73), με το πλήρες της πλέον επώνυμο, για τη Μαρία Φαραντούρη, αυτοεξόριστη τότε στο Λονδίνο λόγω δικτατορίας. Με τη ρωμαλέα contralto φωνή της τελευταίας (ηχογραφημένη στα θρυλικά Apple Studios), στίχους του Κ. Χ. Μύρη (Κώστα Γεωργουσόπουλου) και εξώφυλλο του Γιάννη Τσαρούχη, Η Μεγάλη Αγρυπνία της Καραΐνδρου κυκλοφόρησε το 1975, δυο χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Άλμπουμ εξαιρετικής ιστορικής και καλλιτεχνικής σημασίας, για λόγους πέρα από την προφανή του τοποθέτηση απέναντι στα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα - με πρώτο και κύριο το ότι μια γυναίκα (και μάλιστα νεότατη) διεκδικούσε δυναμικά τη θέση της στον "έντεχνο" μουσικό όσο και στον "αντιστασιακό" χώρο, που ανδροκρατούνταν και σχεδόν μονοπωλούνταν από τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη. Του οποίου την επίδραση ομολογώ ότι μου φάνηκε πως διέκρινα στο πρώτο άκουσμα της Μεγάλης Αγρυπνίας, για να αντιληφθώ λίγο αργότερα την πλάνη μου. Διότι μια προσεκτική δεύτερη ακρόαση μου αποκάλυψε το διακριτικά περίτεχνο, ευπρόσδεκτα πολυσυλλεκτικό αμάλγαμα υφών και ηχοχρωμάτων στις μελωδίες και την τολμηρή ιδιαιτερότητα της ενορχήστρωσης, που δυστυχώς συνθλίβονταν από τον ασυμμάζευτο όγκο, την ισοπεδωτικά δεσπόζουσα υφή και την ανηλεώς ακατέβατη ένταση της φωνής. Η Φαραντούρη είναι αναντίρρητα μοναδική στο είδος της ερμηνεύτρια, της οποίας η άκρως ιδιάζουσα "ηρωική" χροιά συνδέθηκε άρρηκτα με το ελληνικό "τραγούδι διαμαρτυρίας". Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το ότι οι στίχοι σχολίαζαν έμμεσα την κατάσταση της χώρας δεν σήμαινε πως έπρεπε σώνει και καλά να τους βροντοφωνάζει. Το "έμμεσα", δηλαδή η ουσία και ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης αυτού του κύκλου τραγουδιών, πήγε περίπατο μαζί με τα κρυπτικά νοηματικά παιχνίδια, τις λογοτεχνικές αναφορές (από τα χτυπητά παραδείγματα, η παράφραση της Αγνώριστης του Σολωμού στο Μην το Ξυπνάτε ή του Άξιον Εστί του Ελύτη στα Χαίρε, με την εμφανώς εσκεμμένη μουσική παραπομπή στον Θεοδωράκη και τη βυζαντινή υμνογραφία) και την υπόγεια, μελαγχολική σάτιρα του Μύρη - μια πιο εγκεφαλική και αφαιρετικά εκλεπτυσμένη απάντηση στην απροκάλυπτα στρατευμένη, καθαρόαιμα αγωνιστική τραγουδοποιία της εποχής. Μια προηγούμενη εκδοχή του ανατριχιαστικού Αντινανουρίσματος από την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη (που ακούγεται σε ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ με θέμα την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το οποίο ωστόσο ουδέποτε προβλήθηκε) και την Καραΐνδρου αυτοπροσώπως στο πιάνο, υποψιάζει για το πώς θα ήταν ίσως το άλμπουμ με μια πιο ήπια και εκφραστικά ευέλικτη φωνή - στο στυλ της Καγιαλόγλου, ας πούμε.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Hraunid - The Lava Field (2014)

Το ναρκοπέδιο της τηλεοπτικής κοινοτοπίας

The Lava Field

Καλοπαιγμένη, συμπαθητικά κινηματογραφημένη σε γενικές γραμμές (από τον Vidir Sigurdsson) ισλανδική μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων - άτυπη συνέχεια του ευφάνταστου, ατμοσφαιρικού και προσφιλούς στην κριτική Hamarinn (2010) - με ήρωα έναν ψυχικά τραυματισμένο αστυνομικό (Bjorn Hlynur Haraldsson) από το Ρέικιαβικ ο οποίος, στη διάρκεια των ερευνών του για μια υπόθεση δολοφονίας, εξαναγκάζεται σε σιωπή προκειμένου να σώσει την οικογένειά του από ντόπιους εγκληματίες που για άγνωστο λόγο, θεωρούνται εξ ορισμού υπεράνω του νόμου. Συγχρόνως, πρέπει να αντιμετωπίσει τους φρικτούς εφιάλτες από το παρελθόν του, που αίφνης βγαίνουν στην επιφάνεια... Παρά τις καλές επιμέρους ιδέες και την αποφυγή, ευτυχώς, της συνήθους προσθήκης άσχετων προσώπων και γεγονότων για "ξεκάρφωμα", ομολογώ ότι δεν πολυκατάλαβα ποιο ή τι υποτίθεται πως ήταν το βαρύγδουπο κεντρικό θέμα. Ούτε το πώς ακριβώς συνδέονταν μ' αυτό και μεταξύ τους οι δυο τρεις δευτερεύουσες πλοκές, που δεν μπόρεσαν τελικά να αποτινάξουν την κατάρα των χιλιοϊδωμένων κλισέ. Ο τρόπος με τον οποίο λύνονται τα διάφορα μυστήρια είναι μάλλον αμήχανος (έως παιδαριώδης), ενώ σημαντικά βήματα στην εξέλιξη της ιστορίας παραλείπονται ως ευκόλως εννοούμενα, δίχως την παραμικρή εξήγηση. Οι εναρκτήριες σκηνές του πρώτου επεισοδίου πρέπει να ενέπνευσαν τις αντίστοιχες του περσινού αγγλικού Fortitude (που και εκείνο εκτυλίσσεται στον Αρκτικό Κύκλο και στο οποίο επίσης εμφανίζεται ο Haraldsson), κάθε ομοιότητα όμως σταματά εκεί, τόσο ως προς τη θεματολογική πρωτοτυπία όσο και τη δραματουργική ανάπτυξη. Τα ισλανδικά τοπία με την ψυχρή αγριάδα της ομορφιάς τους, το σχεδόν κωμικά αταίριαστο από άποψη ταμπεραμέντων, μα όχι χωρίς χημεία ντουέτο του βασανισμένα ελκυστικού πρωταγωνιστή και της νόστιμης πλην τσαμπουκαλούς "νεοφώτιστης" βοηθού του με τις γνώσεις πολεμικών τεχνών (Heida Reed), καθώς και η απίθανη φάτσα του μηχανόβιου εξαρχής υπόπτου (Jon Pall Eyjolfsson) και πολλών άλλων απ' τους συμμετέχοντες, μια χαρά είναι για χάζι - δεν αρκούν ωστόσο για να κρατήσουν ζωντανό το ενδιαφέρον ως το απογοητευτικά βεβιασμένο, πλήρως προβλέψιμο φινάλε. Και είναι κρίμα. Αν ο σεναριογράφος Sveinbjorn I. Baldvinsson (Forsvar, Hamarinn) και ο ήδη διακεκριμένος στη χώρα του νεαρός σκηνοθέτης Reynir Lyngdal (Hamarinn, Frost) είχαν αντιμετωπίσει το έργο τους με λιγότερη (ή έστω λιγότερο απροκάλυπτη) διεκπεραιωτική απάθεια και ελάχιστη απ' την ευρηματικότητα και τη δημιουργική τόλμη του Hamarinn, το αποτέλεσμα θα ήταν κυριολεκτικά άλλο πράγμα.

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Blake Stone - Aliens of Gold (1993)

Η μαζική απόδραση των "πειραμάτων"

Blake Stone - Aliens of Gold

Ένα απ' τα πρώτα παιχνίδια του είδους (αν όχι και το πρώτο) που έτυχε να πέσει στα χέρια μου και να μου μεταδώσει τον... ιό του gaming - ας όψεται το δισκάκι με τη συλλογή από demos παιχνιδιών MS-DOS, που συνόδευε έναν απ' τους επίσης πρώτους μας οικογενειακούς υπολογιστές με Windows 98. Φτιαγμένο με τη μηχανή του προγενέστερου (1992) Wolfenstein 3D (το οποίο είχα την ευκαιρία να παίξω λίγο αργότερα) και ήδη "παλιό" για την εποχή, το Blake Stone - Aliens of Gold της JAM Productions και της Apogee Software (μετέπειτα 3D Realms) δικαιωματικά θεωρήθηκε, ωστόσο, το καμάρι των δημιουργών του: πρωτοποριακά ποικιλόμορφες και περίτεχνες υφές περιβάλλοντος, άψογα σχεδιασμένο gameplay, εντυπωσιακοί (αν και ελαφρώς εκνευριστικοί ενίοτε) εχθροί διαφόρων βαθμών επικινδυνότητας και πλήθος μυστικών περιοχών που κρύβουν μικρούς και μεγάλους θησαυρούς. Ας μην ξεχνάμε βεβαίως το ριζοσπαστικό concept των πεδίων τηλεμεταφοράς μεταξύ των ορόφων-επιπέδων (ή περιοχών του ίδιου ορόφου) και τη θαυμάσια, "κολλητική" μουσική του Bobby Prince. Σ' εμάς της παλιάς σχολής (και κοπής), η πρόσφατη διάθεσή του μέσω Steam δεν μπορεί παρά να ξυπνά μια ακατανίκητη νοσταλγία, παρ' όλο που οι φιγούρες και τα γραφικά του ίσως δείχνουν αφελή και "παλαιολιθικά" τώρα πια, ιδίως στις καλομαθημένες νεότερες γενιές. Δεν παύει όμως να αποτελεί λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση στο θέμα των απαιτήσεων για απόλυτη συγκέντρωση, ταχύτατα αντανακλαστικά και "στρατιωτικά" χορογραφημένο και χρονομετρημένο συντονισμό κινήσεων εκ μέρους του παίκτη. Όσο για τον final boss, τον τρελό μεγαλομανή επιστήμονα Dr. Pyrus W. Goldfire (ακραίο αρνητικό ενός φουτουριστικού Προμηθέα), δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος "κακός" βιντεοπαιχνιδιού που να συνδυάζει τόσο ωραία τον εμφανισιακό ρεαλισμό (δεν είναι κανένα φρικτά μεταλλαγμένο ον, αλλά ένας ηλικιωμένος φαλακρός τυπάκος που δεν σου γεμίζει και πολύ το μάτι) με την απύθμενη μοχθηρία που γεννά κυριολεκτικά τέρατα. Η θεαματική επιτυχία του Blake Stone έδωσε πάσα για μια συνέχεια, το Blake Stone - Planet Strike (1994) που εισήγαγε μερικές ακόμα τολμηρές καινοτομίες στον προγραμματισμό του παιχνιδιού, αλλά δυστυχώς το επισκίασε η σχεδόν ταυτόχρονη κυκλοφορία της σειράς Doom (από την Id Software).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (12.7.16).