Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

True Detective (Season 1, 2014)

Ουδέν δ' ανθρώπου δεινότερον

True Detective

Neo-noir τηλεοπτικό thriller βασισμένο στη συλλογή διηγημάτων The King in Yellow (1895) του Αμερικανού ζωγράφου και συγγραφέα Robert W. Chambers, από τους νεαρούς Nic Pizzolato (The Killing, Galveston) και Cary Fukunaga (Sin Nombre, Jane Eyre). Η πολυετής καταδίωξη ενός κατά συρροήν δολοφόνου που "σκηνοθετεί" τα πτώματα των ανήλικων θυμάτων του σε παράδοξες τελετουργικές πόζες φέρνει κοντά δυο αστυνομικούς με διαμετρικά αντίθετους χαρακτήρες και προσωπικές ιστορίες, τον "πεζό" ηδονιστή Martin Hart (Woody Harrelson) και τον καλλιεργημένο κοσμοκαλόγερο Rustin Cohle (Matthew McConaughey), σημαδεύοντας τόσο την επαγγελματική πορεία όσο και την περίπλοκη, πολυκύμαντη σχέση τους. Το αφειδώς λογοτεχνίζον σενάριο του ήδη βραβευμένου για το πρώτο του μυθιστόρημα Pizzolato και η κινηματογραφικής υφής και αισθητικής σκηνοθεσία του Fukunaga υπογραμμίζουν την ερμηνευτική δεινότητα των δυο πρωταγωνιστών (και συμπαραγωγών της σειράς), που το καταευχαριστιούνται και τους φαίνεται: η σκανδαλώδης χημεία μεταξύ τους σφραγίζει και απογειώνει το ανένδοτο bras de fer έλξης και απώθησης ανάμεσα στον κατ' επίφαση τυπικό οικογενειάρχη με την αχόρταγη αποκλίνουσα λίμπιντο και τον κυνικό ερημίτη με τη βασανισμένη ομορφιά και τις καλλιτεχνικές τάσεις, ο καθένας απ' τους οποίους αποζητά και την ίδια στιγμή αποστρέφεται το σκοτάδι αλλά και το φως που ο άλλος κρύβει στην ψυχή του. Η χλιαρή αμοιβαία ανοχή της πρώτης τους συνάντησης εξελίσσεται σε επική διελκυστίνδα παθών, ενώ οι έρευνές τους παλινδρομούν σε φαύλους κύκλους μακάβριου παραλόγου. Από τη σουρεαλιστική υπέρθεση τοπίων, προσώπων και συμβόλων στους εναρκτήριους τίτλους, την εκθαμβωτική ποίηση της φωτογραφίας (Adam Arkapaw) ακόμα και στις πιο αποτρόπαιες σκηνές και το κατανυκτικό soundtrack (T Bone Burnett) ως τις αινιγματικά επαναλαμβανόμενες λεπτομέρειες που κλείνουν το μάτι στους υποψιασμένους και στους λάτρεις των γρίφων, ο True Detective είναι το εξαίσιο τέρας που ξεβράστηκε απ' την ανόσια ένωση του Lovecraft με τον Chandler, της Έβδομης Σφραγίδας με τον Ύποπτο Κόσμο του Twin Peaks, του αρχέτυπου western με την αρχαία ελληνική τραγωδία. Μοναδικό μου παράπονο (αν και μάλλον προσόν για τη σειρά) η πολύ σύντομη διάρκεια της σεζόν, που μόλις "κάθεται στο δόντι" για να παραδώσει τη σκυτάλη σε νέους (αντι)ήρωες και θεματολογία, με τον ίδιο σεναριογράφο αλλά διαφορετικό σκηνοθέτη. Τα πρώτα οχτώ επεισόδια κυκλοφορούν σε τριπλό DVD με έξτρα υλικό από την HBO.

LIVE @ ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Πικάντικα Πατατοκεφτεδάκια

Μικρές εκρήξεις εαρινών αρωμάτων

Και όμως, γίνεται. Στο σύνηθες ερώτημα εάν όποια συνταγή περιλαμβάνει άμυλο και τηγάνι είναι δυνατόν να "δέσει" χωρίς τουλάχιστον ένα αυγό, η απάντησή μου εκ πείρας δεκαετιών είναι κατηγορηματικά "ΝΑΙ". Καθότι παιδιόθεν αλλεργική στα αυγά (μεταξύ άλλων), η μαμά μου τα απέφευγε πάντα στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική της, μα όποιος δεν γνώριζε τη συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα των πιάτων της, δεν το έπαιρνε καν είδηση. Την ίδια αλλεργία εμφάνισε αργότερα και η αδελφή μου και μάλιστα σε σοβαρότερη μορφή - πράγμα που σήμανε τον ολοκληρωτικό και οριστικό εξοστρακισμό του αυγού από το οικογενειακό μας διαιτολόγιο. Εμένα πάλι, αν και ποτέ δεν με πείραξαν ιδιαίτερα τα αυγά (πέρα από σπάνια και μεμονωμένα περιστατικά δυσανεξίας), ίσως επειδή δεν τα έχω συνηθίσει στο φαγητό, η παρουσία τους δεν με ενθουσιάζει ούτε η απουσία τους με ενοχλεί. Να μην πω κιόλας ότι μερικές φορές η "αυγουλίλα" που υποτίθεται ότι ενισχύει τη νοστιμιά ενός μεζέ με απωθεί σε βαθμό... ατάκτου φυγής. Όλα βέβαια είναι θέμα κεκτημένων εμπειριών, όπως και κληρονομημένης νοοτροπίας - εξ ου και η καχύποπτη δυσπιστία πολλών θεωρούμενων δεινών μαγείρων και μαγειρισσών όταν ακούνε, για παράδειγμα, πως οι τηγανίτες και τα κέικ μπορούν να βγουν εξίσου "δεμένα", γευστικά και αφράτα με ανθρακούχο νερό και γιαούρτι αντί για αυγό.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Slash in the Box (2011)

Ουκ εν τω πολλώ το ευ

Slash-in-the-Box

Όμορφα γυρισμένο (παρά τον πενιχρό του προϋπολογισμό) φιλμάκι τρόμου από το νεότατο σκηνοθέτη Nick Everhart (Chilling Visions: 5 Senses of Fear, The Penny Dreadful Picture Show). Η απόκτηση ενός μουσικού κουτιού επιφυλάσσει οδυνηρές εκπλήξεις τόσο για το ζευγάρι των πρωταγωνιστών (Tyler Hollinger και Elizabeth Masucci) όσο και για τους θεατές. Επιστρατεύοντας την προηγούμενη εμπειρία του ως μοντέρ και τεχνικός ήχου, ο Everhart καταφέρνει να υποβάλει το αρμόζον κλίμα με τα απολύτως στοιχειώδη υλικά μέσα, τον ελάχιστο δυνατό διάλογο και σχεδόν ανύπαρκτο soundtrack. Η πηγή του κακού δεν είναι οπωσδήποτε και πηγή του σασπένς: ασήμαντα, συνήθως αβλαβή καθημερινά πράγματα - ένας μικρός θόρυβος μέσα στη νύχτα, μια μπάλα του μπέιζμπολ που κυλάει στα σκαλιά, το κοψοχόλιασμα της ηρωίδας απ' το ίδιο της το είδωλο στον καθρέφτη του διαδρόμου - γεννούν ένα συναίσθημα αγωνίας που εντείνεται απ' την απουσία κάθε άλλης δυσοίωνης ένδειξης. Η φρίκη καραδοκεί αθέατη στο τραπέζι μιας άψογα τακτοποιημένης κουζίνας, με μόνο προπομπό την ανατριχιαστική μέσα στην απλοϊκότητά της μελωδία του μουσικού κουτιού. Στα πεντέμισι όλα κι όλα λεπτά της διάρκειάς της, η ταινία συγκεντρώνει τα κυρίαρχα κλισέ του είδους και τα αποδομεί δικαιώνοντάς τα. Δεν λείπει ούτε το σήμα κατατεθέν των splatter (ο ντοματοπελτές) ακριβώς στη δόση που χρειάζεται. Η τελευταία σκηνή απαιτεί μάλλον γερό στομάχι, αν και στηρίζεται πιο πολύ στον αιφνιδιασμό παρά στο θέαμα αυτό καθαυτό - που περνά εξάλλου φευγαλέα απ' την οθόνη, ίσα για να προλάβει να το καταγράψει το βλέμμα του θεατή. Το Slash in the Box (λογοπαίγνιο με το Jack in the box) είναι διαθέσιμο για δωρεάν παρακολούθηση και μεταφόρτωση από το Vimeo.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Έχω Καμιά Ελπίδα, Γιατρέ μου;

Ότι το Internet έχει φάει το ψωμί σχεδόν κάθε τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας είναι πλέον γεγονός αδιαμφισβήτητο (αν και όχι αναγκαστικά μεμπτό). Η δωρεάν και απεριόριστη πρόσβαστη στην πληροφορία και η διαδραστική αμεσότητα επιτρέπουν στον πάσα έναν να μεταμορφωθεί εν μια νυκτί σε παντογνώστη και πολυτεχνίτη. Εκείνοι όμως που πρέπει να επλήγησαν περισσότερο είναι οι ψυχαναλυτές και οι ψυχίατροι: γιατί να τρέχουμε στους ειδικούς όταν ένα απρόσωπο αυτί στην άλλη άκρη του κόσμου είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο (και με το αζημίωτο) για να του αδειάσουμε τα σώψυχά μας, δίχως μάλιστα να μας νοιάζει πώς θα αντικρίσουμε τον ιδιοκτήτη του την άλλη μέρα; Σε όχι σπάνιες περιπτώσεις, η διαδικτυακή επικοινωνία με αγνώστους επιτελεί λειτούργημα - αν και το όφελος είναι συνήθως μονόπλευρο: ο εξομολογούμενος καίγεται να πει τα δικά του και δεν ενδιαφέρεται ν' ακούσει τον άλλον. Αυτό όμως είναι αναμενόμενο, αφού στον ίδιο ή και μεγαλύτερο βαθμό συμβαίνει και στην "πραγματική" μας καθημερινότητα (και προφανώς είναι φαινόμενο παγκόσμιο και διαχρονικό). Για όσους πάλι προτιμούν να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στη μοίρα αλλά δεν έχουν λεφτά για μέντιουμ, σπεύδουν σε βοήθεια οι διαδικτυακές χαρτορίχτρες (το ξεμάτιασμα μέσω smartphone ήταν απλώς θέμα χρόνου).

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Το Κοράκι (The Raven, 2012)

Στο μυαλό του Edgar Allan Poe

The Raven

Στις 3 Οκτωβρίου του 1849, ο συγγραφέας Edgar Allan Poe βρέθηκε να περιφέρεται ρακένδυτος στους δρόμους της Βαλτιμόρης, παραληρώντας και ανήμπορος να περιγράψει τι του είχε συμβεί. Λίγο αργότερα ξεψύχησε στο νοσοκομείο, σε ηλικία σαράντα μόλις ετών. Επισφραγίζοντας την ιδιοφυή μοναδικότητα του έργου του όσο και την αντισυμβατικότητα της ίδιας της σύντομης ζωής του, οι ανεξήγητες (ακόμα και ως σήμερα) συνθήκες του θανάτου του έδωσαν το έναυσμα σε πλήθος δημιουργών να εξερευνήσουν κάθε είδους πιθανή ή απίθανη εκδοχή: προβλήματα υγείας, εθισμών και καταχρήσεων, ερωτικές και συναδελφικές αντιζηλίες, πολιτικές πλεκτάνες, αστικούς μύθους, θεωρίες συνωμοσίας και... εξωκοσμικές παρεμβάσεις. Μονάχα μέσα στην τελευταία οκταετία - μια και ελλείψει πρωτότυπων ιδεών, η βιομηχανία του θεάματος το έχει ρίξει στα remake και τις βιογραφίες - γυρίστηκαν τρεις ταινίες με ανάλογο θέμα: The Death of Poe του Mark Redfield (2006), Twixt του Francis Ford Coppola (2011) και το περί ου ο λόγος Κοράκι από το σκηνοθέτη του V for Vendetta, James McTeigue (2012), το οποίο δανείζεται τον τίτλο του από το εμβληματικό ποίημα του Poe. Στα ίχνη του Amadeus του Milos Forman (1984), όπου η εικασία για τo επίσης πρόωρο και ανεξιχνίαστο τέλος του Mozart παίρνει τη μορφή σχεδόν καθαρόαιμου ψυχολογικού thriller, η τηλεοπτική σεναριογράφος και παραγωγός Hannah Shakespeare (καμιά συγγένεια με το Βάρδο;) και ο ηθοποιός Ben Livingston (στην πρώτη του σεναριακή απόπειρα) πλέκουν πραγματικά βιογραφικά και ιστορικά στοιχεία με ένα υποθετικό ρομάντζο και την αναπόφευκτα προβλέψιμη, αν όχι και λιγάκι αφελή ιστορία αρρωστημένης εμμονής και φονικών παιχνιδιών μυαλού, που μετατρέπουν εκβιαστικά τον καλλιτέχνη σε ήρωα και "εκτελεστή" των γεννημάτων της φαντασίας του. Ελκυστικό οπτικά και με πλοκή αρκετά συμπαγή ώστε να κρατά το ενδιαφέρον, Το Κοράκι μπορεί να μην εκπληρώνει όλες τις υποσχέσεις του, σώζεται όμως με το παραπάνω χάρη στην ωραία φωτογραφία (Danny Ruhlmann), τα προσεγμένα εφέ του και τη χημεία του πολυτάλαντου και πολυπράγμονα John Cusack (Μεσάνυχτα στον Κήπο του Καλού και του Κακού, Στο Μυαλό του John Malkovich) ως Poe με τους συμπρωταγωνιστές του Alice Eve (Emily Hamilton) και Luke Evans (ο οποίος κλέβει την παράσταση ως απροσδόκητα ανοιχτόμυαλος και συνεργάσιμος για τα μυθοπλαστικά στερεότυπα υπαστυνόμος Fields). Η αλήθεια βέβαια είναι πως από άποψη ερμηνείας, ο κατά κανόνα ευέλικτος Cusack δείχνει σαν να μην έχει "οικειοποιηθεί" επαρκώς το ρόλο του (ίσως επειδή - σκόπιμα, άραγε; - τον έβαλαν να παραστήσει τον Robert Downey Jr. στον Sherlock Holmes). Πάντως, το έργο στο σύνολό του είναι καλοφτιαγμένο και το δίωρο "φεύγει" αγόγγυστα (για τους φίλους του είδους τουλάχιστον).

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Brother (1972)

Άμα "δεν σε θέλει"...

Brother

Τι κι αν είσαι άνθρωπος ορχήστρα, ανακάλυψη ενός θρύλου όπως ο George Harrison - ο οποίος μάλιστα συμμετείχε όχι μόνο ως παραγωγός (μαζί με τον "πολύ" Klaus Voormann) αλλά και ως session μουσικός (στο πλάι του εξίσου θρυλικού συνοδοιπόρου του, Ringo Starr και βιρτουόζων σαν τον Peter Frampton και τον Andy Newmark) στον (περίπου) παρθενικό σου δίσκο; Τι κι αν δεν σου λείπει ούτε η ξεχωριστή φωνή, ούτε η ελκυστική εμφάνιση, ούτε οι πιασάρικες και "ξεσηκωτικές" μελωδικές εμπνεύσεις, ούτε η δημιουργική τόλμη και διάθεση για πειραματισμούς; Για κάποια παντελώς ανεξήγητη αιτία, ίσως καρμική, έτσι και δεν σου "κάτσουν" οι κατάλληλες (και συνήθως αστάθμητες) συγκυρίες, δόξα και εμπορική επιτυχία δεν βλέπεις. Ο λόγος για το ολλανδικής καταγωγής ντουέτο Lon & Derrek Van Eaton από το Τρέντον του Νιου Τζέρσεϊ και το LP τους με τον τίτλο Brother, που κυκλοφόρησε το 1972 από την εμβληματική βρετανική εταιρία Apple Records (των Beatles). Με μια εντυπωσιακή γκάμα ειδών, υφών και τεχνοτροπιών (από το τραγουδισμένο εξ ολοκλήρου σε falsetto Warm Woman, τις περιπαθείς μπαλάντες More than Words, Another Thought και Sweet Music και το σπιντάτο bluegrass Without the Lord ως την επική αισθαντικότητα με τα καλά "χωνεμένα" soul και gospel στοιχεία των Sun Song, Hear My Cry και Help Us All, τις περιποιημένες ροκιές των Maybe There's Another και Sunshine και την αξιέπαινα ριψοκίνδυνη funk απόπειρα του Ring) που εκμεταλλεύεται και αναδεικνύει τον ερμηνευτικό χαμαιλεοντισμό του Derrek και την απίστευτη δεξιοτεχνία και των δυο αδελφών σε ό,τι μουσικό όργανο πέφτει στα χέρια τους, το Brother καταφέρνει να απευθύνεται τόσο στους λάτρεις του "κλασικού" όσο και στους αρνητές κάθε περιοριστικής ταμπέλας. Ωστόσο, ο βλάσφημα προκλητικός ερωτισμός των εξωφύλλων του (αν και καλαίσθητα στημένος από τον περίφημο Λονδρέζο φωτογράφο Clive Arrowsmith) μάλλον φρέναρε τις πωλήσεις, ενώ η ευθαρσής αλλομορφία του ήχου και η ευέλικτη γλύκα των φωνητικών του Derrek άφησαν ασυγκίνητο το ευρύτερο κοινό της εποχής. Τους διστακτικούς προφανώς δεν έπεισε ούτε το ένθετο συναρμολογούμενο ζωοτρόπιο (ιδέα και κατασκευή του ίδιου του Voorman), που τοποθετείται πάνω στην πλάκα του πικάπ ενώ γυρίζει και δείχνει σε ρεαλιστικά κινούμενες ασπρόμαυρες φιγούρες τον Lon και τον Derrek να παίζουν κιθάρα και κρουστά αντίστοιχα. Αυτοί έχασαν! Ακριβώς τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το σχεδόν ξεχασμένο πλέον άλμπουμ "ξεθάφτηκε" από την επίσης αγγλική Cherry Red (πρώην RPM) Records, η οποία το επανατύπωσε σε συλλεκτικό CD μαζί με ανέκδοτες ηχογραφήσεις, επανεκτελέσεις των αρχικών κομματιών και σπάνια Β-sides (Home Dear Home, The Sea - με μια ουράνια συμφωνική coda από τον Sir John Tavener - Song of Songs, Can't Wait και τα... ευνόητα για την περίσταση Livin' και Resurrection).

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Μυαλό σε Παγίδα (2009)

Πες μου το σπόνσορά σου, να σου πω ποιος είσαι

Hardwired

Φουτουριστική βιντεοπεριπέτεια των Ernie Barbarash (Κύβος: Ώρα Μηδέν, They Wait) και Michael Hurst (The Darkroom, Femme Fatales) η οποία ξεκινά από μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα (και κρίνοντας από τα δεδομένα των καιρών μας, όχι και τόσο εξωπραγματική) σεναριακή ιδέα, δεν αργεί όμως να χάσει τον μπούσουλα όσο και το μέτρο, σχεδόν εκθέτοντας τους πρωταγωνιστές της και χαραμίζοντας την αξιοπρεπέστατη δουλειά του Stephen Jackson (Βιονική Γυναίκα, Messages Deleted) στη φωτογραφία και του Schaun Tozer (Bad Money, Da Vinci's Inquest) στο soundtrack. Ο συμπαθής και συνήθως εκφραστικός Cuba Gooding Jr. (Ψέματα και Ψευδαισθήσεις, Μαφιόζος Εκτελεστής) δεν μπαίνει καν στον κόπο να κρύψει τη βαρεμάρα του στο ρόλο του βιοπαλαιστή Luke Gibson που χάνει τη γυναίκα του (Monica Mustelier) και το αγέννητο μωρό τους σε τροχαίο, ενώ ο ίδιος επιβιώνει χάρη σ' ένα πειραματικό μικροτσίπ το οποίο εμφυτεύεται στον εγκέφαλό του και του διαγράφει εντελώς τη μνήμη, προβάλλοντάς του κάθε τόσο διαφημιστικά μηνύματα και οδηγώντας τον στην παραφροσύνη. Κρίμα. Κρίμα, χίλιες φορές κρίμα για την ευρηματικότατη, πολλά υποσχόμενη σύλληψη που δεν τυγχάνει της ανάλογης δραματουργικής εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα οι ερμηνείες (κυρίως του Val Kilmer ως παρανοϊκού οραματιστή νευροβιολόγου με σκελετό γυαλιών του '50 και ξεμαλλιασμένη περούκα από αποκριάτικο βεστιάριο) να φλερτάρουν επικίνδυνα με την καρικατούρα - ως και ο εξαιρετικός καρατερίστας Michael Ironside (Splinter Cell, Masters of Horror) δείχνει μάλλον αμήχανος και απλώς δικπεραιωτικός - και το έργο να καταντά ένα ακόμα γραφικό B movie για μεταμεσονύκτιο χαβαλέ με πίτσα και μπίρες, ελαφρώς πιο φινετσάτο οπτικά από τα χιλιάδες παρόμοια. Τέλος, ο Kilmer (Ο Ιππότης της Ασφάλτου, Λάθος Ταυτότητα) στο εξώφυλλο του DVD είναι από... άλλο ανέκδοτο φιλμ (δεν κάνω πλάκα).

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

The Death Ship (1959)

Άνθρωποι στη θάλασσα

The Death Ship

Πιστή γερμανόφωνη μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του B. (Bruno?) Traven - ψευδεπώνυμου συγγραφέα του φημισμένου (επίσης διασκευασμένου για τη μεγάλη οθόνη από τον John Huston και βραβευμένου με δύο Oscar) Θησαυρού της Σιέρα Μάντρε - από τον Αυστριακό τηλεοπτικό σκηνοθέτη Georg Tressler (Das Kriminalgericht, Reisedienst Schwalbe), με τον αποκαλούμενο στην εποχή του "Γερμανό James Dean" Horst Buccholz (The Magnificent Seven, Cervantes) σε έναν από τους πρώτους του (και μετρημένους στα δάχτυλα) μεγάλους ρόλους. Κυνηγημένος από την αστυνομία για μικροπαραπτώματα, ο νεαρός Αμερικανός ναύτης Philip Gale γίνεται φίλος με τον Πολωνό θερμαστή Lawski (Mario Adorf) και μπαρκάρει μαζί του στο φορτηγό πλοίο Yorikke, όπου τα μέλη του πληρώματος προσλαμβάνονται χωρίς πιστοποιητικά. Σύντομα όμως θα ανακαλύψει το πανάκριβο τίμημα μιας τέτοιας "ουρανοκατέβατης" ευκαιρίας... Καταπέλτης ενάντια στην απανθρωπιά των σύγχρονων "κοινωνικών" συστημάτων, όπου ο σεβασμός στην ατομικότητα, την προσωπική αξιοπρέπεια και την ίδια τη ζωή δεν υφίσταται παρά μόνο στα λόγια και αυτόματα μηδενίζεται μπροστά στα συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών, το αναρχίζον κείμενο του Traven (ο οποίος διώχθηκε για τις ακροαριστερές του πεποιθήσεις και μάλλον εξαιτίας αυτού κράτησε μυστική την αληθινή του ταυτότητα, διά βίου αλλά και μετά θάνατον) αποδίδεται με απερίφραστο ρεαλισμό από τον Tressler και τους πρωταγωνιστές του, διατηρώντας άθικτη τη σχεδόν αβάσταχτη ειλικρίνεια της αφήγησης και τη διηνεκή ισχύ της καταγγελίας του. Η απότομη "κάθοδος στην κόλαση" του καλόκαρδου, απονήρευτου και καλομαθημένου Philip εικονογραφείται με ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια και αιχμηρές φωτοσκιάσεις που δίνουν μια καφκική αίσθηση εγκλωβισμού, τόσο μέσα στα ασφυκτικά έγκατα του καραβιού όσο και στην καρδιά της θαλάσσιας απεραντοσύνης. Η ανεπιτήδευτη και συχνά βίαιη ποιητικότητα των πλάνων του Tressler σίγουρα υπήρξε σημείο αναφοράς για τον Billy Budd του Peter Ustinov (Private Angelo, Lady L.), σε ένα ενδιαφέρον "αντιδάνειο" (το φιλμ του Ustinov βασίστηκε στην κλασική νουβέλα του Herman Melville, από την οποία ο Traven πιθανότατα εμπνεύστηκε το Death Ship - πάντως το όνομα του ήρωά του παραπέμπει ηχητικά και προσωδιακά στο "Billy Budd") και για τον Roman Polanski (Αποστροφή, Ο Ένοικος) στους Πειρατές - αν όχι και για τον Coppola (Ο Νονός, Πέτρινοι Κήποι) στο Αποκάλυψη Τώρα. Ωραίες οι ερμηνείες του φωτογενούς Buchholz και του μετέπειτα "θεσμού" των γερμανικών σίριαλ και B movies Mario Adorf (Der Schattenmann, Die Affare Semmeling), της πρωτοεμφανιζόμενης Elke Sommer (Τα Μυστικά Όπλα των Κατασκόπων, A Nightingale Sang in Berkeley Square) και του Έλληνα Πάνου Παπαδόπουλου (ο οποίος έκανε τριακονταετή καριέρα στη γερμανική τηλεόραση αναλαμβάνοντας χαρακτηριστικούς δεύτερους ρόλους). Συγκρατημένο soundtrack από τον τζαζίστα και αρχιμουσικό Roland Kovac (Jonathan, Samanka) και υπέροχη νατουραλιστική φωτογραφία από τον παραγωγικότατο Heinz Pehlke (Αντιγόνη, Der Graf von Luxemburg).

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

The Lives of the Saints (2006)

Άγιοι και αμαρτωλοί, θύτες και θύματα

The Lives of the Saints

Σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του βόρειου Λονδίνου, ο τρομακτικά γραφικός συνοικιακός γκάνγκστερ κ. Karva (αγνώριστος ο Σκοτσέζος βετεράνος καρατερίστας James Cosmo) προορίζει για διάδοχό του το νεαρό προγονό του Othello (David Leon), τον οποίο υπεραγαπά. Εκείνος όμως σχεδιάζει κρυφά να ξεκόψει από το εγκληματικό περιβάλλον του πατριού του, να εξυγιάνει τις επιχειρήσεις του και να φέρει την ιερόδουλο φίλη του Tina (Emma Pierson) στον ίσιο δρόμο. Η αιφνίδια παρουσία ενός μικρού μουγκού θαυματοποιού (Sam MacLintock) στη ζωή τους θα βγάλει στην επιφάνεια μύχιους πόθους και επαίσχυντα απωθημένα και μυστικά και θα οδηγήσει τα γεγονότα σε απρόβλεπτες κατευθύνσεις, με κωμικοτραγικές και ολέθριες τελικά συνέπειες. Το φιλόδοξο κινηματογραφικό ντεμπούτο του γνωστού φωτογράφου διασημοτήτων Rankin (σε συνεργασία με τον ντοκιμαντερίστα Chris Cottam και τον πολυβραβευμένο σεναριογράφο Tony Grisoni) διακρίνουν στιγμές γνήσιας εικαστικής ποίησης, αν και η ρευστότητα της δραματουργικής διεκπεραίωσης δεν αφήνει το αβανταδόρικο κεντρικό εύρημα να απογειωθεί. Όταν μάλιστα στο τελευταίο ημίωρο του φιλμ η κατάσταση περνά στα χέρια του πιο ασταθούς ψυχικά χαρακτήρα, η έκβαση της υπόθεσης δεν μπορεί παρά να είναι μονόδρομος, ουσιαστικά αχρηστεύοντας την υποτίθεται σοκαριστική κλιμάκωση και ανατροπή του φινάλε. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί το ότι πρόκειται για ένα ενδιαφέρον σκηνοθετικό πείραμα που τολμά να "νοθεύσει" τη φλεγματική κοινωνική σάτιρα με έναν ιδιότυπο μαγικό ρεαλισμό, ζωγραφίζοντας με ολοζώντανες όσο και ζοφερές φωτοσκιάσεις έναν προαστιακό μικρόκοσμο στο τέλμα της βασανιστικά αργής του παρακμής και κατορθώνοντας να αποφύγει τις ηθικοδιδακτικές μεγαλοστομίες, ενώ συγχρόνως διατηρεί μια συνεπή ιδεολογική γραμμή. Οι φίλοι του αντισυμβατικού σινεμά (στο ύφος π.χ. του Terry Gilliam ή του Michael Winterbottom) ενδέχεται να το αγαπήσουν.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Το Παιχνίδι των 40 Ερωτήσεων

Από το "ερωτηματολόγιο του Proust"

Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την απόλυτη ευτυχία;

Μια αδέσποτη γάτα που λιάζεται πάνω στο καπό ενός αμαξιού. Ένα σκυλάκι που τρεχοβολά στην άκρη της θάλασσας. Ένα μωρό που του δίνουν για πρώτη φορά να δοκιμάσει σοκολάτα.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Ο φόβος για τον ίδιο το φόβο.